αποδημώ
•
- φεύγω, για να εγκατασταθώ σε μακρινό τόπο ή ξένη χώρα Βικιλεξικό
- Ένα κοπάδι από χρυσαφένιους φοίνικες αποδημούσε από το βλέμμα του. (Φώτης Θαλασσινός, «Κουλτούρες του πένθους, το πέρασμα στη χαρά». Ελευθεροτυπία, 12 Μαρτίου 2011)
- μεταφορικάφεύγω από τη ζωή Βικιλεξικό
- Ἀπεδήμησε τέλος πάντων ὁ πολυπαθὴς γέρων. (Ἐμμανουὴλ Ροΐδης, Ἡ πάπισσα Ἰωάννα, 1866)
- εκφράσεις: αποδημώ εις Κύριον
Ετυμολογία
αποδημώ < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀποδημῶ, συνηρημένος τύπος του ἀποδημέω < ἀπόδημος < ἀπό + δῆμος
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αποδημάω / αποδημώ | αποδημάς | αποδημά / αποδημάει | αποδημάμε / αποδημούμε | αποδημάτε | αποδημάν / αποδημάνε / αποδημούν / αποδημούνε |
| Παρατατικός | αποδημούσα | αποδημούσες | αποδημούσε | αποδημούσαμε | αποδημούσατε | αποδημούσαν / αποδημούσανε |
| Αόριστος | αποδήμησα | αποδήμησες | αποδήμησε | αποδημήσαμε | αποδημήσατε | αποδήμησαν / αποδημήσαν / αποδημήσανε |
| Μέλλοντας | θα αποδημάω / θα αποδημήσω / θα αποδημώ | θα αποδημάς / θα αποδημήσεις | θα αποδημά / θα αποδημάει / θα αποδημήσει | θα αποδημάμε / θα αποδημήσουμε / θα αποδημούμε | θα αποδημάτε / θα αποδημήσετε | θα αποδημάν / θα αποδημάνε / θα αποδημήσουν / θα αποδημήσουνε / θα αποδημούν / θα αποδημούνε |
| Παρακείμενος | έχω αποδημήσει | έχεις αποδημήσει | — | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αποδημήσει | — | — | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αποδημήσει / να αποδημάω / να αποδημήσω / να αποδημώ | να έχεις αποδημήσει / να αποδημάς / να αποδημήσεις | να αποδημά / να αποδημάει / να αποδημήσει | να αποδημάμε / να αποδημήσουμε / να αποδημούμε | να αποδημάτε / να αποδημήσετε | να αποδημάν / να αποδημάνε / να αποδημήσουν / να αποδημήσουνε / να αποδημούν / να αποδημούνε |
| Προστακτική | — | αποδήμα / αποδήμαγε / αποδήμησε | — | — | αποδημάτε / αποδημήστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →