αποδιαφωτίζω
•
- ιδιωματικόκάνω να ξημερώσει, φωτίζω, χαράζω, ξημερώνω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποδιαφωτίζω < απο- + διαφωτίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αποδιαφωτίζω | αποδιαφωτίζεις | αποδιαφωτίζει | αποδιαφωτίζουμε | αποδιαφωτίζετε | αποδιαφωτίζουν / αποδιαφωτίζουνε |
| Παρατατικός | αποδιαφώτιζα | αποδιαφώτιζες | αποδιαφώτιζε | αποδιαφωτίζαμε | αποδιαφωτίζατε | αποδιαφωτίζαν / αποδιαφωτίζανε / αποδιαφώτιζαν |
| Αόριστος | αποδιαφώτισα | αποδιαφώτισες | αποδιαφώτισε | αποδιαφωτίσαμε | αποδιαφωτίσατε | αποδιαφωτίσαν / αποδιαφωτίσανε / αποδιαφώτισαν |
| Μέλλοντας | θα αποδιαφωτίζω / θα αποδιαφωτίσω | θα αποδιαφωτίζεις / θα αποδιαφωτίσεις | θα αποδιαφωτίζει / θα αποδιαφωτίσει | θα αποδιαφωτίζουμε / θα αποδιαφωτίσουμε | θα αποδιαφωτίζετε / θα αποδιαφωτίσετε | θα αποδιαφωτίζουν / θα αποδιαφωτίζουνε / θα αποδιαφωτίσουν / θα αποδιαφωτίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω αποδιαφωτίσει | έχεις αποδιαφωτίσει | έχει αποδιαφωτίσει | έχουμε αποδιαφωτίσει | έχετε αποδιαφωτίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αποδιαφωτίσει | είχες αποδιαφωτίσει | είχε αποδιαφωτίσει | είχαμε αποδιαφωτίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αποδιαφωτίσει / να αποδιαφωτίζω / να αποδιαφωτίσω | να έχεις αποδιαφωτίσει / να αποδιαφωτίζεις / να αποδιαφωτίσεις | να έχει αποδιαφωτίσει / να αποδιαφωτίζει / να αποδιαφωτίσει | να έχουμε αποδιαφωτίσει / να αποδιαφωτίζουμε / να αποδιαφωτίσουμε | να έχετε αποδιαφωτίσει / να αποδιαφωτίζετε / να αποδιαφωτίσετε | να αποδιαφωτίζουν / να αποδιαφωτίζουνε / να αποδιαφωτίσουν / να αποδιαφωτίσουνε |
| Προστακτική | — | αποδιαφώτιζε / αποδιαφώτισε | — | — | αποδιαφωτίζετε / αποδιαφωτίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →