Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αποδιαφωτίζω

ρήμα
•
  1. ιδιωματικόκάνω να ξημερώσει, φωτίζω, χαράζω, ξημερώνω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αποδιαφωτίζω < απο- + διαφωτίζω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςαποδιαφωτίζωαποδιαφωτίζειςαποδιαφωτίζειαποδιαφωτίζουμεαποδιαφωτίζετεαποδιαφωτίζουν / αποδιαφωτίζουνε
Παρατατικόςαποδιαφώτιζααποδιαφώτιζεςαποδιαφώτιζεαποδιαφωτίζαμεαποδιαφωτίζατεαποδιαφωτίζαν / αποδιαφωτίζανε / αποδιαφώτιζαν
Αόριστοςαποδιαφώτισααποδιαφώτισεςαποδιαφώτισεαποδιαφωτίσαμεαποδιαφωτίσατεαποδιαφωτίσαν / αποδιαφωτίσανε / αποδιαφώτισαν
Μέλλονταςθα αποδιαφωτίζω / θα αποδιαφωτίσωθα αποδιαφωτίζεις / θα αποδιαφωτίσειςθα αποδιαφωτίζει / θα αποδιαφωτίσειθα αποδιαφωτίζουμε / θα αποδιαφωτίσουμεθα αποδιαφωτίζετε / θα αποδιαφωτίσετεθα αποδιαφωτίζουν / θα αποδιαφωτίζουνε / θα αποδιαφωτίσουν / θα αποδιαφωτίσουνε
Παρακείμενοςέχω αποδιαφωτίσειέχεις αποδιαφωτίσειέχει αποδιαφωτίσειέχουμε αποδιαφωτίσειέχετε αποδιαφωτίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα αποδιαφωτίσειείχες αποδιαφωτίσειείχε αποδιαφωτίσειείχαμε αποδιαφωτίσει——
Υποτακτικήνα έχω αποδιαφωτίσει / να αποδιαφωτίζω / να αποδιαφωτίσωνα έχεις αποδιαφωτίσει / να αποδιαφωτίζεις / να αποδιαφωτίσειςνα έχει αποδιαφωτίσει / να αποδιαφωτίζει / να αποδιαφωτίσεινα έχουμε αποδιαφωτίσει / να αποδιαφωτίζουμε / να αποδιαφωτίσουμενα έχετε αποδιαφωτίσει / να αποδιαφωτίζετε / να αποδιαφωτίσετενα αποδιαφωτίζουν / να αποδιαφωτίζουνε / να αποδιαφωτίσουν / να αποδιαφωτίσουνε
Προστακτική—αποδιαφώτιζε / αποδιαφώτισε——αποδιαφωτίζετε / αποδιαφωτίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →