φως
•
- ακτινοβολία που εκπέμπει ένα σώμα στο ορατό φάσμα και που διακρίνεται με τον οφθαλμό Βικιλεξικό
- Φοράει μαύρα γυαλιά γιατί τα μάτια του είναι πολύ ευαίσθητα στο φως.
- Άνοιξε τις κουρτίνες να μπει λίγο φως!
- κατ’ επέκτασηη όραση Βικιλεξικό
- χάνω το φως μου
- σκευή τεχνικού φωτισμού Βικιλεξικό
- Πριν φύγεις, σβήσε τα φώτα!
- Γιατί δε σταμάτησες; Δεν είδες το κόκκινο φως;
- ηλεκτρικό ρεύμα Βικιλεξικό
- Μας κόψανε το φως.
- φως, νερό, τηλέφωνο (για τους λογαριασμούς)
- λογαριασμός εταιρίας παροχής ηλεκτρισμού Βικιλεξικό
- Ήρθε το φως και δεν έχω να το πληρώσω!
- πληροφόρηση, γνώση Βικιλεξικό
- Μπορείς να ρίξεις λίγο φως στο θέμα;
- δημοσιότητα Βικιλεξικό
- Βγήκε στο φως σήμερα το περιεχόμενο της επίμαχης επιστολής.
- Η ανασκαφή έφερε στο φως δύο τάφους της Μυκηναϊκής εποχής.
- έξοδος, τέλος μιας δυσάρεστης κατάστασης Βικιλεξικό
- Μετά από πέντε μέρες κοντεύω να τελειώσω την έκθεση, επιτέλους βλέπω το φως στο τούνελ.
- η ελπίδα Βικιλεξικό
- Δίνει κάποιο φως αυτή η προοπτική.
Ετυμολογία
φως < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική φῶς / φάος
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →