Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φως

/ˈfos/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. ακτινοβολία που εκπέμπει ένα σώμα στο ορατό φάσμα και που διακρίνεται με τον οφθαλμό Βικιλεξικό
    • Φοράει μαύρα γυαλιά γιατί τα μάτια του είναι πολύ ευαίσθητα στο φως.
    • Άνοιξε τις κουρτίνες να μπει λίγο φως!
  2. κατ’ επέκτασηη όραση Βικιλεξικό
    • χάνω το φως μου
  3. σκευή τεχνικού φωτισμού Βικιλεξικό
    • Πριν φύγεις, σβήσε τα φώτα!
    • Γιατί δε σταμάτησες; Δεν είδες το κόκκινο φως;
  4. ηλεκτρικό ρεύμα Βικιλεξικό
    • Μας κόψανε το φως.
    • φως, νερό, τηλέφωνο (για τους λογαριασμούς)
  5. λογαριασμός εταιρίας παροχής ηλεκτρισμού Βικιλεξικό
    • Ήρθε το φως και δεν έχω να το πληρώσω!
  6. πληροφόρηση, γνώση Βικιλεξικό
    • Μπορείς να ρίξεις λίγο φως στο θέμα;
  7. δημοσιότητα Βικιλεξικό
    • Βγήκε στο φως σήμερα το περιεχόμενο της επίμαχης επιστολής.
    • Η ανασκαφή έφερε στο φως δύο τάφους της Μυκηναϊκής εποχής.
  8. έξοδος, τέλος μιας δυσάρεστης κατάστασης Βικιλεξικό
    • Μετά από πέντε μέρες κοντεύω να τελειώσω την έκθεση, επιτέλους βλέπω το φως στο τούνελ.
  9. η ελπίδα Βικιλεξικό
    • Δίνει κάποιο φως αυτή η προοπτική.

Ετυμολογία

φως < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική φῶς / φάος

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →