αποδιοργάνωση
•
- απώλεια, μείωση ή εξαφάνιση της οργάνωσης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποδιοργάνωση < απο- + διοργάνωση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αποδιοργάνωση | αποδιοργανώσεις |
| Γενική | αποδιοργάνωσης | αποδιοργανώσεων |
| Αιτιατική | αποδιοργάνωση | αποδιοργανώσεις |
| Κλητική | αποδιοργάνωση | αποδιοργανώσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →