Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αποδιοργανώνω

ρήμα
•
  1. καταστρέφω την οργάνωση, κάνω κάποιον ή κάτι να χάσει τον ρυθμό της εργασίας ή της ζωής του Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αποδιοργανώνω < από + διοργανώνω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςαποδιοργανώνωαποδιοργανώνειςαποδιοργανώνειαποδιοργανώνουμεαποδιοργανώνετεαποδιοργανώνουν / αποδιοργανώνουνε
Παρατατικόςαποδιοργάνωνααποδιοργάνωνεςαποδιοργάνωνεαποδιοργανώναμεαποδιοργανώνατεαποδιοργάνωναν / αποδιοργανώναν / αποδιοργανώνανε
Αόριστοςαποδιοργάνωσααποδιοργάνωσεςαποδιοργάνωσεαποδιοργανώσαμεαποδιοργανώσατεαποδιοργάνωσαν / αποδιοργανώσαν / αποδιοργανώσανε
Μέλλονταςθα αποδιοργανώνω / θα αποδιοργανώσωθα αποδιοργανώνεις / θα αποδιοργανώσειςθα αποδιοργανώνει / θα αποδιοργανώσειθα αποδιοργανώνουμε / θα αποδιοργανώσουμεθα αποδιοργανώνετε / θα αποδιοργανώσετεθα αποδιοργανώνουν / θα αποδιοργανώνουνε / θα αποδιοργανώσουν / θα αποδιοργανώσουνε
Παρακείμενοςέχω αποδιοργανώσειέχεις αποδιοργανώσειέχει αποδιοργανώσειέχουμε αποδιοργανώσειέχετε αποδιοργανώσει—
Υπερσυντέλικοςείχα αποδιοργανώσειείχες αποδιοργανώσειείχε αποδιοργανώσειείχαμε αποδιοργανώσει——
Υποτακτικήνα έχω αποδιοργανώσει / να αποδιοργανώνω / να αποδιοργανώσωνα έχεις αποδιοργανώσει / να αποδιοργανώνεις / να αποδιοργανώσειςνα έχει αποδιοργανώσει / να αποδιοργανώνει / να αποδιοργανώσεινα έχουμε αποδιοργανώσει / να αποδιοργανώνουμε / να αποδιοργανώσουμενα έχετε αποδιοργανώσει / να αποδιοργανώνετε / να αποδιοργανώσετενα αποδιοργανώνουν / να αποδιοργανώνουνε / να αποδιοργανώσουν / να αποδιοργανώσουνε
Προστακτική—αποδιοργάνωνε / αποδιοργάνωσε——αποδιοργανώνετε / αποδιοργανώστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →