αποδιοργανώνω
•
- καταστρέφω την οργάνωση, κάνω κάποιον ή κάτι να χάσει τον ρυθμό της εργασίας ή της ζωής του Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποδιοργανώνω < από + διοργανώνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αποδιοργανώνω | αποδιοργανώνεις | αποδιοργανώνει | αποδιοργανώνουμε | αποδιοργανώνετε | αποδιοργανώνουν / αποδιοργανώνουνε |
| Παρατατικός | αποδιοργάνωνα | αποδιοργάνωνες | αποδιοργάνωνε | αποδιοργανώναμε | αποδιοργανώνατε | αποδιοργάνωναν / αποδιοργανώναν / αποδιοργανώνανε |
| Αόριστος | αποδιοργάνωσα | αποδιοργάνωσες | αποδιοργάνωσε | αποδιοργανώσαμε | αποδιοργανώσατε | αποδιοργάνωσαν / αποδιοργανώσαν / αποδιοργανώσανε |
| Μέλλοντας | θα αποδιοργανώνω / θα αποδιοργανώσω | θα αποδιοργανώνεις / θα αποδιοργανώσεις | θα αποδιοργανώνει / θα αποδιοργανώσει | θα αποδιοργανώνουμε / θα αποδιοργανώσουμε | θα αποδιοργανώνετε / θα αποδιοργανώσετε | θα αποδιοργανώνουν / θα αποδιοργανώνουνε / θα αποδιοργανώσουν / θα αποδιοργανώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω αποδιοργανώσει | έχεις αποδιοργανώσει | έχει αποδιοργανώσει | έχουμε αποδιοργανώσει | έχετε αποδιοργανώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αποδιοργανώσει | είχες αποδιοργανώσει | είχε αποδιοργανώσει | είχαμε αποδιοργανώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αποδιοργανώσει / να αποδιοργανώνω / να αποδιοργανώσω | να έχεις αποδιοργανώσει / να αποδιοργανώνεις / να αποδιοργανώσεις | να έχει αποδιοργανώσει / να αποδιοργανώνει / να αποδιοργανώσει | να έχουμε αποδιοργανώσει / να αποδιοργανώνουμε / να αποδιοργανώσουμε | να έχετε αποδιοργανώσει / να αποδιοργανώνετε / να αποδιοργανώσετε | να αποδιοργανώνουν / να αποδιοργανώνουνε / να αποδιοργανώσουν / να αποδιοργανώσουνε |
| Προστακτική | — | αποδιοργάνωνε / αποδιοργάνωσε | — | — | αποδιοργανώνετε / αποδιοργανώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →