αποδιώχνω
•
- λαϊκότροποδιώχνω Βικιλεξικό
- λαϊκότροποαπομακρύνω Βικιλεξικό
- λαϊκότροποεκδιώκω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποδιώχνω < μεσαιωνική ελληνική αποδιώχνω < από + διώχνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αποδιώχνω | αποδιώχνεις | αποδιώχνει | αποδιώχνουμε | αποδιώχνετε | αποδιώχνουν / αποδιώχνουνε |
| Παρατατικός | απόδιωχνα | απόδιωχνες | απόδιωχνε | αποδιώχναμε | αποδιώχνατε | αποδιώχναν / αποδιώχνανε / απόδιωχναν |
| Αόριστος | απόδιωξα | απόδιωξες | απόδιωξε | αποδιώξαμε | αποδιώξατε | αποδιώξαν / αποδιώξανε / απόδιωξαν |
| Μέλλοντας | θα αποδιώξω / θα αποδιώχνω | θα αποδιώξεις / θα αποδιώχνεις | θα αποδιώξει / θα αποδιώχνει | θα αποδιώξουμε / θα αποδιώχνουμε | θα αποδιώξετε / θα αποδιώχνετε | θα αποδιώξουν / θα αποδιώξουνε / θα αποδιώχνουν / θα αποδιώχνουνε |
| Παρακείμενος | έχω αποδιώξει | έχεις αποδιώξει | έχει αποδιώξει | έχουμε αποδιώξει | έχετε αποδιώξει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αποδιώξει | είχες αποδιώξει | είχε αποδιώξει | είχαμε αποδιώξει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αποδιώξει / να αποδιώξω / να αποδιώχνω | να έχεις αποδιώξει / να αποδιώξεις / να αποδιώχνεις | να έχει αποδιώξει / να αποδιώξει / να αποδιώχνει | να έχουμε αποδιώξει / να αποδιώξουμε / να αποδιώχνουμε | να έχετε αποδιώξει / να αποδιώξετε / να αποδιώχνετε | να αποδιώξουν / να αποδιώξουνε / να αποδιώχνουν / να αποδιώχνουνε |
| Προστακτική | — | απόδιωξε / απόδιωχνε | — | — | αποδιώξτε / αποδιώχνετε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →