Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αποδιώχνω

/a.poˈðʝo.xno/ρήμα
•
  1. λαϊκότροποδιώχνω Βικιλεξικό
  2. λαϊκότροποαπομακρύνω Βικιλεξικό
  3. λαϊκότροποεκδιώκω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αποδιώχνω < μεσαιωνική ελληνική αποδιώχνω < από + διώχνω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςαποδιώχνωαποδιώχνειςαποδιώχνειαποδιώχνουμεαποδιώχνετεαποδιώχνουν / αποδιώχνουνε
Παρατατικόςαπόδιωχνααπόδιωχνεςαπόδιωχνεαποδιώχναμεαποδιώχνατεαποδιώχναν / αποδιώχνανε / απόδιωχναν
Αόριστοςαπόδιωξααπόδιωξεςαπόδιωξεαποδιώξαμεαποδιώξατεαποδιώξαν / αποδιώξανε / απόδιωξαν
Μέλλονταςθα αποδιώξω / θα αποδιώχνωθα αποδιώξεις / θα αποδιώχνειςθα αποδιώξει / θα αποδιώχνειθα αποδιώξουμε / θα αποδιώχνουμεθα αποδιώξετε / θα αποδιώχνετεθα αποδιώξουν / θα αποδιώξουνε / θα αποδιώχνουν / θα αποδιώχνουνε
Παρακείμενοςέχω αποδιώξειέχεις αποδιώξειέχει αποδιώξειέχουμε αποδιώξειέχετε αποδιώξει—
Υπερσυντέλικοςείχα αποδιώξειείχες αποδιώξειείχε αποδιώξειείχαμε αποδιώξει——
Υποτακτικήνα έχω αποδιώξει / να αποδιώξω / να αποδιώχνωνα έχεις αποδιώξει / να αποδιώξεις / να αποδιώχνειςνα έχει αποδιώξει / να αποδιώξει / να αποδιώχνεινα έχουμε αποδιώξει / να αποδιώξουμε / να αποδιώχνουμενα έχετε αποδιώξει / να αποδιώξετε / να αποδιώχνετενα αποδιώξουν / να αποδιώξουνε / να αποδιώχνουν / να αποδιώχνουνε
Προστακτική—απόδιωξε / απόδιωχνε——αποδιώξτε / αποδιώχνετε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →