διώχνω
•
- αναγκάζω κάποιον να φύγει με τα λόγια ή τη συμπεριφορά μου Βικιλεξικό
- τον έδιωξαν κακήν κακώς, για μείνουν μόνοι
- απομακρύνω κάποιον από το χώρο στον οποίο βρίσκεται Βικιλεξικό
- διώξε το σκύλο μακριά από τις γλάστρες!
- απομακρύνω κάποιον από τη θέση που έχει Βικιλεξικό
- απομακρύνω κάποιον από τον τόπο της μόνιμης κατοικίας του Βικιλεξικό
- απομακρύνω κάποιον ξένο από τη χώρα διαμονής του Βικιλεξικό
- κάνω έξωση σε κάποιον, τον απομακρύνω από μισθωμένη κατοικία Βικιλεξικό
- με διώχνουν από το διαμέρισμα, διότι το θέλουν για ιδιοκατοίκηση
- αποβάλλω Βικιλεξικό
- τους έδιωξαν από το σχολείο εξαιτίας των ζημιών που έκαναν
- σταματώ να σκέφτομαι, απομακρύνω κάτι από την ψυχή μου Βικιλεξικό
- πρέπει να σκεφτείς κάτι θετικό, για να διώξεις τις αμφιβολίες σου
- απαλλάσσομαι από την παρουσία κάποιου Βικιλεξικό
- τον έδιωξε από τη ζωή της
- μεταφορικάπροστατεύω ή απαλλάσσω κάποιον από κάτι Βικιλεξικό
- η γυμναστική διώχνει το άγχος
Ετυμολογία
διώχνω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική διώχνω < αρχαία ελληνική διώκω < δίω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *dih₁- (κινώ γρήγορα)
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | διώχνω | διώχνεις | διώχνει | διώχνουμε | διώχνετε | διώχνουν / διώχνουνε |
| Παρατατικός | έδιωχνα | έδιωχνες | έδιωχνε | διώχναμε | διώχνατε | έδιωχναν / διώχναν / διώχνανε |
| Αόριστος | έδιωξα | έδιωξες | έδιωξε | διώξαμε | διώξατε | έδιωξαν / διώξαν / διώξανε |
| Μέλλοντας | θα διώξω / θα διώχνω | θα διώξεις / θα διώχνεις | θα διώξει / θα διώχνει | θα διώξουμε / θα διώχνουμε | θα διώξετε / θα διώχνετε | θα διώξουν / θα διώξουνε / θα διώχνουν / θα διώχνουνε |
| Παρακείμενος | έχω διώξει | έχεις διώξει | έχει διώξει | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα διώξει | είχες διώξει | — | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω διώξει / να διώξω / να διώχνω | να έχεις διώξει / να διώξεις / να διώχνεις | να έχει διώξει / να διώξει / να διώχνει | να διώξουμε / να διώχνουμε | να διώξετε / να διώχνετε | να διώξουν / να διώξουνε / να διώχνουν / να διώχνουνε |
| Προστακτική | — | διώξε / διώχνε | — | — | διώξτε / διώχνετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
διώχτηκαδιώχνομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →