Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αποδομήσιμος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που μπορεί ή αξίζει να αποδομηθεί Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αποδομήσιμος < αποδομώ + -ιμος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαποδομήσιμοςαποδομήσιμηαποδομήσιμο
Γενικήαποδομήσιμουαποδομήσιμηςαποδομήσιμου
Αιτιατικήαποδομήσιμοαποδομήσιμηαποδομήσιμο
Κλητικήαποδομήσιμεαποδομήσιμηαποδομήσιμο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαποδομήσιμοιαποδομήσιμεςαποδομήσιμα
Γενικήαποδομήσιμωναποδομήσιμωναποδομήσιμων
Αιτιατικήαποδομήσιμουςαποδομήσιμεςαποδομήσιμα
Κλητικήαποδομήσιμοιαποδομήσιμεςαποδομήσιμα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →