αποδομήσιμος
•
- που μπορεί ή αξίζει να αποδομηθεί Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποδομήσιμος < αποδομώ + -ιμος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αποδομήσιμος | αποδομήσιμη | αποδομήσιμο |
| Γενική | αποδομήσιμου | αποδομήσιμης | αποδομήσιμου |
| Αιτιατική | αποδομήσιμο | αποδομήσιμη | αποδομήσιμο |
| Κλητική | αποδομήσιμε | αποδομήσιμη | αποδομήσιμο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αποδομήσιμοι | αποδομήσιμες | αποδομήσιμα |
| Γενική | αποδομήσιμων | αποδομήσιμων | αποδομήσιμων |
| Αιτιατική | αποδομήσιμους | αποδομήσιμες | αποδομήσιμα |
| Κλητική | αποδομήσιμοι | αποδομήσιμες | αποδομήσιμα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →