Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αποδομώ

/a.po.ðoˈmo/ρήμα
•
  1. διαλύω, καταστρέφω Βικιλεξικό
  2. αποσυναρμολογώ Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αποδομώ (νεολογισμός) < απο- στερητικό + δομώ (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική déconstruire)

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςαποδομώαποδομείςαποδομείαποδομούμεαποδομείτεαποδομούν / αποδομούνε
Παρατατικόςαποδομούσααποδομούσεςαποδομούσεαποδομούσαμεαποδομούσατεαποδομούσαν / αποδομούσανε
Αόριστοςαποδόμησααποδόμησεςαποδόμησεαποδομήσαμεαποδομήσατεαποδομήσαν / αποδομήσανε / αποδόμησαν
Μέλλονταςθα αποδομήσω / θα αποδομώθα αποδομήσεις / θα αποδομείςθα αποδομήσει / θα αποδομείθα αποδομήσουμε / θα αποδομούμεθα αποδομήσετε / θα αποδομείτεθα αποδομήσουν / θα αποδομήσουνε / θα αποδομούν / θα αποδομούνε
Παρακείμενοςέχω αποδομήσειέχεις αποδομήσειέχει αποδομήσειέχουμε αποδομήσει——
Υπερσυντέλικοςείχα αποδομήσειείχες αποδομήσειείχε αποδομήσειείχαμε αποδομήσει——
Υποτακτικήνα έχω αποδομήσει / να αποδομήσω / να αποδομώνα έχεις αποδομήσει / να αποδομήσεις / να αποδομείςνα έχει αποδομήσει / να αποδομήσει / να αποδομείνα έχουμε αποδομήσει / να αποδομήσουμε / να αποδομούμενα αποδομήσετε / να αποδομείτενα αποδομήσουν / να αποδομήσουνε / να αποδομούν / να αποδομούνε
Προστακτική—αποδόμησε——αποδομήστε / αποδομείτε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

αποδομήθηκααποδομούμαι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →