αποδομώ
•
- διαλύω, καταστρέφω Βικιλεξικό
- αποσυναρμολογώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποδομώ (νεολογισμός) < απο- στερητικό + δομώ (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική déconstruire)
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αποδομώ | αποδομείς | αποδομεί | αποδομούμε | αποδομείτε | αποδομούν / αποδομούνε |
| Παρατατικός | αποδομούσα | αποδομούσες | αποδομούσε | αποδομούσαμε | αποδομούσατε | αποδομούσαν / αποδομούσανε |
| Αόριστος | αποδόμησα | αποδόμησες | αποδόμησε | αποδομήσαμε | αποδομήσατε | αποδομήσαν / αποδομήσανε / αποδόμησαν |
| Μέλλοντας | θα αποδομήσω / θα αποδομώ | θα αποδομήσεις / θα αποδομείς | θα αποδομήσει / θα αποδομεί | θα αποδομήσουμε / θα αποδομούμε | θα αποδομήσετε / θα αποδομείτε | θα αποδομήσουν / θα αποδομήσουνε / θα αποδομούν / θα αποδομούνε |
| Παρακείμενος | έχω αποδομήσει | έχεις αποδομήσει | έχει αποδομήσει | έχουμε αποδομήσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αποδομήσει | είχες αποδομήσει | είχε αποδομήσει | είχαμε αποδομήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αποδομήσει / να αποδομήσω / να αποδομώ | να έχεις αποδομήσει / να αποδομήσεις / να αποδομείς | να έχει αποδομήσει / να αποδομήσει / να αποδομεί | να έχουμε αποδομήσει / να αποδομήσουμε / να αποδομούμε | να αποδομήσετε / να αποδομείτε | να αποδομήσουν / να αποδομήσουνε / να αποδομούν / να αποδομούνε |
| Προστακτική | — | αποδόμησε | — | — | αποδομήστε / αποδομείτε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
αποδομήθηκααποδομούμαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →