Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αποδόμηση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αποδομώ Βικιλεξικό
  2. φιλοσοφίαθεώρηση της λογοτεχνικής κριτικής και φιλοσοφική άποψη που ασχολείται με τη σχέση μεταξύ κειμένου και σημασίας, με κύριο εισηγητή τον Γάλλο στοχαστή Ζακ Ντεριντά, η οποία γενικά υποστηρίζει ότι δεν υπάρχουν απόλυτες σημασίες στις λέξεις και στα κείμενα, ότι οι έννοιες που εκφράζονται από τη γλώσσα είναι ασταθείς, περίπλοκες και τελικά αδύνατον να προσδιοριστούν απόλυτα, γι΄αυτό και η κατανόηση ή η ερμηνεία των κειμένων δεν μπορεί να υπερβεί ένα όριο ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…)) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αποδόμηση < (αποδομώ) αποδομη- + -ση ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική). Μορφολογικά αναλύεται σε απο- + δόμηση

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαποδόμησηαποδομήσεις
Γενικήαποδόμησηςαποδομήσεων
Αιτιατικήαποδόμησηαποδομήσεις
Κλητικήαποδόμησηαποδομήσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →