αποθέτω
•
- τοποθετώ κάτι κάτω, στη θέση του ή καταγής Βικιλεξικό
- 20ός αιώνας, ⌘ Μ. Καραγάτσης, Ο Κίτρινος Φάκελος, [μυθιστόρημα], αρχική έκδοση: 1956
- 20ός/21ος αιώνας ⌘ Ιωάννα Καρυστιάνη, 1952‑ Μικρά Αγγλία, (1997), [μυθιστόρημα]
- προσφεύγω Βικιλεξικό
- όταν προσβάλλεται το δικαίωμά του, αυτός πρέπει να αποταθεί στην Πολιτεία
Ετυμολογία
αποθέτω < μεσαιωνική ελληνική αποθέτω < αρχαία ελληνική ἀποτίθημι
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αποθέτω | αποθέτεις | αποθέτει | αποθέτουμε | αποθέτετε | αποθέτουν / αποθέτουνε |
| Παρατατικός | απέθετα | απέθετες | απέθετε | αποθέταμε | αποθέτατε | απέθεταν / αποθέταν / αποθέτανε |
| Αόριστος | απέθεσα | απέθεσες | απέθεσε | αποθέσαμε | αποθέσατε | απέθεσαν / αποθέσαν / αποθέσανε |
| Μέλλοντας | θα αποθέσω / θα αποθέτω | θα αποθέσεις / θα αποθέτεις | θα αποθέσει / θα αποθέτει | θα αποθέσουμε / θα αποθέτουμε | θα αποθέσετε / θα αποθέτετε | θα αποθέσουν / θα αποθέσουνε / θα αποθέτουν / θα αποθέτουνε |
| Παρακείμενος | έχω αποθέσει | έχεις αποθέσει | έχει αποθέσει | έχουμε αποθέσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αποθέσει | είχες αποθέσει | είχε αποθέσει | είχαμε αποθέσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αποθέσει / να αποθέσω / να αποθέτω | να έχεις αποθέσει / να αποθέσεις / να αποθέτεις | να έχει αποθέσει / να αποθέσει / να αποθέτει | να έχουμε αποθέσει / να αποθέσουμε / να αποθέτουμε | να αποθέσετε / να αποθέτετε | να αποθέσουν / να αποθέσουνε / να αποθέτουν / να αποθέτουνε |
| Προστακτική | — | έχε αποτεθειμένο / απέθεσε / απέθετε | — | — | αποθέστε / αποθέτετε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →