εναποθέτω
•
- θέτω κάτι κάπου σωρευτικά, συγκεντρώνω Βικιλεξικό
- Ο May αναπτύσσει τις ηθικές και πρακτικές συνιστώσες της σκέψης του Γάλλου φιλοσόφου, και υπογραμμίζει την κρισιμότητα της προβληματοθεσίας που η «οντολογία της δημιουργίας», όπως χαρακτηρίζει την ντελεζιανή φιλοσοφία, εναποθέτει στο εννοιολογικό μας οπλοστάσιο σήμερα.
- αναθέτω, δίνω, αφήνω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εναποθέτω < ελληνιστική κοινή ἐναποτίθημι < αρχαία ελληνική ἐν + ἀποτίθημι < ἀπό + τίθημι. Μορφολογικά αναλύεται σε εν- + αποθέτω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | εναποθέτω | εναποθέτεις | εναποθέτει | εναποθέτουμε | εναποθέτετε | εναποθέτουν / εναποθέτουνε |
| Παρατατικός | εναπέθετα | εναπέθετες | εναπέθετε | εναποθέταμε | εναποθέτατε | εναπέθεταν / εναποθέταν / εναποθέτανε |
| Αόριστος | εναπέθεσα | εναπέθεσες | εναπέθεσε | εναποθέσαμε | εναποθέσατε | εναπέθεσαν / εναποθέσαν / εναποθέσανε |
| Μέλλοντας | θα εναποθέσω / θα εναποθέτω | θα εναποθέσεις / θα εναποθέτεις | θα εναποθέσει / θα εναποθέτει | θα εναποθέσουμε / θα εναποθέτουμε | θα εναποθέσετε / θα εναποθέτετε | θα εναποθέσουν / θα εναποθέσουνε / θα εναποθέτουν / θα εναποθέτουνε |
| Παρακείμενος | έχω εναποθέσει | έχεις εναποθέσει | έχει εναποθέσει | έχουμε εναποθέσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα εναποθέσει | είχες εναποθέσει | είχε εναποθέσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω εναποθέσει / να εναποθέσω / να εναποθέτω | να έχεις εναποθέσει / να εναποθέσεις / να εναποθέτεις | να έχει εναποθέσει / να εναποθέσει / να εναποθέτει | να έχουμε εναποθέσει / να εναποθέσουμε / να εναποθέτουμε | να εναποθέσετε / να εναποθέτετε | να εναποθέσουν / να εναποθέσουνε / να εναποθέτουν / να εναποθέτουνε |
| Προστακτική | — | εναπόθεσε / εναπόθετε | — | — | εναποθέστε / εναποθέτετε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →