Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εναποθέτω

ρήμα
•
  1. θέτω κάτι κάπου σωρευτικά, συγκεντρώνω Βικιλεξικό
    • Ο May αναπτύσσει τις ηθικές και πρακτικές συνιστώσες της σκέψης του Γάλλου φιλοσόφου, και υπογραμμίζει την κρισιμότητα της προβληματοθεσίας που η «οντολογία της δημιουργίας», όπως χαρακτηρίζει την ντελεζιανή φιλοσοφία, εναποθέτει στο εννοιολογικό μας οπλοστάσιο σήμερα.
  2. αναθέτω, δίνω, αφήνω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εναποθέτω < ελληνιστική κοινή ἐναποτίθημι < αρχαία ελληνική ἐν + ἀποτίθημι < ἀπό + τίθημι. Μορφολογικά αναλύεται σε εν- + αποθέτω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςεναποθέτωεναποθέτειςεναποθέτειεναποθέτουμεεναποθέτετεεναποθέτουν / εναποθέτουνε
Παρατατικόςεναπέθεταεναπέθετεςεναπέθετεεναποθέταμεεναποθέτατεεναπέθεταν / εναποθέταν / εναποθέτανε
Αόριστοςεναπέθεσαεναπέθεσεςεναπέθεσεεναποθέσαμεεναποθέσατεεναπέθεσαν / εναποθέσαν / εναποθέσανε
Μέλλονταςθα εναποθέσω / θα εναποθέτωθα εναποθέσεις / θα εναποθέτειςθα εναποθέσει / θα εναποθέτειθα εναποθέσουμε / θα εναποθέτουμεθα εναποθέσετε / θα εναποθέτετεθα εναποθέσουν / θα εναποθέσουνε / θα εναποθέτουν / θα εναποθέτουνε
Παρακείμενοςέχω εναποθέσειέχεις εναποθέσειέχει εναποθέσειέχουμε εναποθέσει——
Υπερσυντέλικοςείχα εναποθέσειείχες εναποθέσειείχε εναποθέσει———
Υποτακτικήνα έχω εναποθέσει / να εναποθέσω / να εναποθέτωνα έχεις εναποθέσει / να εναποθέσεις / να εναποθέτειςνα έχει εναποθέσει / να εναποθέσει / να εναποθέτεινα έχουμε εναποθέσει / να εναποθέσουμε / να εναποθέτουμενα εναποθέσετε / να εναποθέτετενα εναποθέσουν / να εναποθέσουνε / να εναποθέτουν / να εναποθέτουνε
Προστακτική—εναπόθεσε / εναπόθετε——εναποθέστε / εναποθέτετε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →