Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αποθηκευτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την αποθήκευση, αναφέρεται σ’ αυτή ή χρησιμεύει γι’ αυτή Βικιλεξικό
  2. ουσιαστικοποιημένοαποθηκευτικά: τα χρήματα που απαιτούνται, προκειμένου να φυλαχθούν κάποια πράγματα σε αποθήκη Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αποθηκευτικός < αποθηκεύω + -τικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαποθηκευτικόςαποθηκευτικήαποθηκευτικό
Γενικήαποθηκευτικούαποθηκευτικήςαποθηκευτικού
Αιτιατικήαποθηκευτικόαποθηκευτικήαποθηκευτικό
Κλητικήαποθηκευτικέαποθηκευτικήαποθηκευτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαποθηκευτικοίαποθηκευτικέςαποθηκευτικά
Γενικήαποθηκευτικώναποθηκευτικώναποθηκευτικών
Αιτιατικήαποθηκευτικούςαποθηκευτικέςαποθηκευτικά
Κλητικήαποθηκευτικοίαποθηκευτικέςαποθηκευτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →