Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αποθησαυριστικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τον αποθησαυριστή ή το αποθησαύρισμα ή αναφέρεται σ' αυτά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αποθησαυριστικός < αποθησαυριστής + ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαποθησαυριστικόςαποθησαυριστικήαποθησαυριστικό
Γενικήαποθησαυριστικούαποθησαυριστικήςαποθησαυριστικού
Αιτιατικήαποθησαυριστικόαποθησαυριστικήαποθησαυριστικό
Κλητικήαποθησαυριστικέαποθησαυριστικήαποθησαυριστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαποθησαυριστικοίαποθησαυριστικέςαποθησαυριστικά
Γενικήαποθησαυριστικώναποθησαυριστικώναποθησαυριστικών
Αιτιατικήαποθησαυριστικούςαποθησαυριστικέςαποθησαυριστικά
Κλητικήαποθησαυριστικοίαποθησαυριστικέςαποθησαυριστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →