Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αποθησαυρίζω

ρήμα
•
  1. συγκεντρώνω πράγματα αξίας ή χρήματα Βικιλεξικό
  2. καταγράφω λεξιλογικό ή κειμενικό υλικό που δεν έχει καταγραφεί, που είναι αθησαύριστο Βικιλεξικό
    • «Οἱ Μπουλουκτσῆδες» του κου κ. Καρρά εἶναι ἠθογραφία μέ τήν τετριμμένη ἔννοια τοῦ ὅρου, φωτογραφική, ὄχι ὅμως καί φωνογραφική, γιατί ὁ λόγος του εἶναι κατασκευασμένος, μελετημένος, Τελικά λαϊκίζων φιλολογικός. Ανεκδοτολογεῖ καί ἀποθησαυρίζει. Δέν εἶναι ἀναγκαῖος καί περιττός. Εἶναι καλλιγραφία. Ελαφρολαϊκός, γιά νά χρησιμοποιήσουμε τόν ὅρο πού κυκλοφορεῖ γιά τή νοθευμένη ἔντεχνη λαϊκή μίμηση στή μουσική. (Κώστας Γεωργουσόπουλος, Κλειδιά και κώδικες θεάτρου, τομ. 1, 1984, σελ. 121)

Ετυμολογία

αποθησαυρίζω < (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική θησαυρίζω < θησαυρός (2. σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική thésauriser)

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςαποθησαυρίζωαποθησαυρίζειςαποθησαυρίζειαποθησαυρίζουμεαποθησαυρίζετεαποθησαυρίζουν / αποθησαυρίζουνε
Παρατατικόςαποθησαύριζααποθησαύριζεςαποθησαύριζεαποθησαυρίζαμεαποθησαυρίζατεαποθησαυρίζαν / αποθησαυρίζανε / αποθησαύριζαν
Αόριστοςαποθησαύρισααποθησαύρισεςαποθησαύρισεαποθησαυρίσαμεαποθησαυρίσατεαποθησαυρίσαν / αποθησαυρίσανε / αποθησαύρισαν
Μέλλονταςθα αποθησαυρίζω / θα αποθησαυρίσωθα αποθησαυρίζεις / θα αποθησαυρίσειςθα αποθησαυρίζει / θα αποθησαυρίσειθα αποθησαυρίζουμε / θα αποθησαυρίσουμεθα αποθησαυρίζετε / θα αποθησαυρίσετεθα αποθησαυρίζουν / θα αποθησαυρίζουνε / θα αποθησαυρίσουν / θα αποθησαυρίσουνε
Παρακείμενοςέχω αποθησαυρίσειέχεις αποθησαυρίσειέχει αποθησαυρίσειέχουμε αποθησαυρίσειέχετε αποθησαυρίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα αποθησαυρίσειείχες αποθησαυρίσειείχε αποθησαυρίσειείχαμε αποθησαυρίσει——
Υποτακτικήνα έχω αποθησαυρίσει / να αποθησαυρίζω / να αποθησαυρίσωνα έχεις αποθησαυρίσει / να αποθησαυρίζεις / να αποθησαυρίσειςνα έχει αποθησαυρίσει / να αποθησαυρίζει / να αποθησαυρίσεινα έχουμε αποθησαυρίσει / να αποθησαυρίζουμε / να αποθησαυρίσουμενα έχετε αποθησαυρίσει / να αποθησαυρίζετε / να αποθησαυρίσετενα αποθησαυρίζουν / να αποθησαυρίζουνε / να αποθησαυρίσουν / να αποθησαυρίσουνε
Προστακτική—αποθησαύριζε / αποθησαύρισε——αποθησαυρίζετε / αποθησαυρίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →