αποκάτω
•
- που βρίσκεται (κυριολεκτικά ή μεταφορικά) από κάτω, από το κάτω μέρος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποκάτω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀποκάτω < φράση ἀπό + κάτω. Δείτε και την ελληνιστική ἀποκάτω (που έρχεται από κάτω)
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →