Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αποκαθηλώνω

ρήμα
•
  1. θρησκείακαι κατεβάζω απ’ το σταυρό Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάκάνω κάτι να εκπέσει, να χάσει την αξία και την ισχύ του Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αποκαθηλώνω < μεσαιωνική ελληνική ἀποκαθηλόω < ἀπό + (ελληνιστική κοινή) < κατά + αρχαία ελληνική ἧλος

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςαποκαθηλώνωαποκαθηλώνειςαποκαθηλώνειαποκαθηλώνουμεαποκαθηλώνετεαποκαθηλώνουν / αποκαθηλώνουνε
Παρατατικόςαποκαθήλωνααποκαθήλωνεςαποκαθήλωνεαποκαθηλώναμεαποκαθηλώνατεαποκαθήλωναν / αποκαθηλώναν / αποκαθηλώνανε
Αόριστοςαποκαθήλωσααποκαθήλωσεςαποκαθήλωσεαποκαθηλώσαμεαποκαθηλώσατεαποκαθήλωσαν / αποκαθηλώσαν / αποκαθηλώσανε
Μέλλονταςθα αποκαθηλώνω / θα αποκαθηλώσωθα αποκαθηλώνεις / θα αποκαθηλώσειςθα αποκαθηλώνει / θα αποκαθηλώσειθα αποκαθηλώνουμε / θα αποκαθηλώσουμεθα αποκαθηλώνετε / θα αποκαθηλώσετεθα αποκαθηλώνουν / θα αποκαθηλώνουνε / θα αποκαθηλώσουν / θα αποκαθηλώσουνε
Παρακείμενοςέχω αποκαθηλώσειέχεις αποκαθηλώσειέχει αποκαθηλώσειέχουμε αποκαθηλώσειέχετε αποκαθηλώσει—
Υπερσυντέλικοςείχα αποκαθηλώσειείχες αποκαθηλώσειείχε αποκαθηλώσειείχαμε αποκαθηλώσει——
Υποτακτικήνα έχω αποκαθηλώσει / να αποκαθηλώνω / να αποκαθηλώσωνα έχεις αποκαθηλώσει / να αποκαθηλώνεις / να αποκαθηλώσειςνα έχει αποκαθηλώσει / να αποκαθηλώνει / να αποκαθηλώσεινα έχουμε αποκαθηλώσει / να αποκαθηλώνουμε / να αποκαθηλώσουμενα έχετε αποκαθηλώσει / να αποκαθηλώνετε / να αποκαθηλώσετενα αποκαθηλώνουν / να αποκαθηλώνουνε / να αποκαθηλώσουν / να αποκαθηλώσουνε
Προστακτική—αποκαθήλωνε / αποκαθήλωσε——αποκαθηλώνετε / αποκαθηλώστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →