αποκαθηλώνω
•
- θρησκείακαι κατεβάζω απ’ το σταυρό Βικιλεξικό
- μεταφορικάκάνω κάτι να εκπέσει, να χάσει την αξία και την ισχύ του Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποκαθηλώνω < μεσαιωνική ελληνική ἀποκαθηλόω < ἀπό + (ελληνιστική κοινή) < κατά + αρχαία ελληνική ἧλος
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αποκαθηλώνω | αποκαθηλώνεις | αποκαθηλώνει | αποκαθηλώνουμε | αποκαθηλώνετε | αποκαθηλώνουν / αποκαθηλώνουνε |
| Παρατατικός | αποκαθήλωνα | αποκαθήλωνες | αποκαθήλωνε | αποκαθηλώναμε | αποκαθηλώνατε | αποκαθήλωναν / αποκαθηλώναν / αποκαθηλώνανε |
| Αόριστος | αποκαθήλωσα | αποκαθήλωσες | αποκαθήλωσε | αποκαθηλώσαμε | αποκαθηλώσατε | αποκαθήλωσαν / αποκαθηλώσαν / αποκαθηλώσανε |
| Μέλλοντας | θα αποκαθηλώνω / θα αποκαθηλώσω | θα αποκαθηλώνεις / θα αποκαθηλώσεις | θα αποκαθηλώνει / θα αποκαθηλώσει | θα αποκαθηλώνουμε / θα αποκαθηλώσουμε | θα αποκαθηλώνετε / θα αποκαθηλώσετε | θα αποκαθηλώνουν / θα αποκαθηλώνουνε / θα αποκαθηλώσουν / θα αποκαθηλώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω αποκαθηλώσει | έχεις αποκαθηλώσει | έχει αποκαθηλώσει | έχουμε αποκαθηλώσει | έχετε αποκαθηλώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αποκαθηλώσει | είχες αποκαθηλώσει | είχε αποκαθηλώσει | είχαμε αποκαθηλώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αποκαθηλώσει / να αποκαθηλώνω / να αποκαθηλώσω | να έχεις αποκαθηλώσει / να αποκαθηλώνεις / να αποκαθηλώσεις | να έχει αποκαθηλώσει / να αποκαθηλώνει / να αποκαθηλώσει | να έχουμε αποκαθηλώσει / να αποκαθηλώνουμε / να αποκαθηλώσουμε | να έχετε αποκαθηλώσει / να αποκαθηλώνετε / να αποκαθηλώσετε | να αποκαθηλώνουν / να αποκαθηλώνουνε / να αποκαθηλώσουν / να αποκαθηλώσουνε |
| Προστακτική | — | αποκαθήλωνε / αποκαθήλωσε | — | — | αποκαθηλώνετε / αποκαθηλώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →