καθηλώνω
•
- με τις ενέργειές μου αναγκάζω κάποιον να μένει (σχετικά) ακίνητος ή να κινείται σε πολύ περιορισμένο χώρο Βικιλεξικό
- οι ισχυροί άνεμοι καθήλωσαν τα αεροπλάνα στο έδαφος
- μεταφορικάεντυπωσιάζω, συναρπάζω Βικιλεξικό
- μεταφορικάπεριορίζω, εμποδίζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καθηλώνω < ελληνιστική κοινή καθηλόω / καθηλῶ < κατά + αρχαία ελληνική ἧλος (καρφί) ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική clouer)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | καθηλώνω | καθηλώνεις | καθηλώνει | καθηλώνουμε | καθηλώνετε | καθηλώνουν / καθηλώνουνε |
| Παρατατικός | καθήλωνα | καθήλωνες | καθήλωνε | καθηλώναμε | καθηλώνατε | καθήλωναν / καθηλώναν / καθηλώνανε |
| Αόριστος | καθήλωσα | καθήλωσες | καθήλωσε | καθηλώσαμε | καθηλώσατε | καθήλωσαν / καθηλώσαν / καθηλώσανε |
| Μέλλοντας | θα καθηλώνω / θα καθηλώσω | θα καθηλώνεις / θα καθηλώσεις | θα καθηλώνει / θα καθηλώσει | θα καθηλώνουμε / θα καθηλώσουμε | θα καθηλώνετε / θα καθηλώσετε | θα καθηλώνουν / θα καθηλώνουνε / θα καθηλώσουν / θα καθηλώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω καθηλώσει | έχεις καθηλώσει | έχει καθηλώσει | έχουμε καθηλώσει | έχετε καθηλώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα καθηλώσει | είχες καθηλώσει | είχε καθηλώσει | είχαμε καθηλώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω καθηλώσει / να καθηλώνω / να καθηλώσω | να έχεις καθηλώσει / να καθηλώνεις / να καθηλώσεις | να έχει καθηλώσει / να καθηλώνει / να καθηλώσει | να έχουμε καθηλώσει / να καθηλώνουμε / να καθηλώσουμε | να έχετε καθηλώσει / να καθηλώνετε / να καθηλώσετε | να καθηλώνουν / να καθηλώνουνε / να καθηλώσουν / να καθηλώσουνε |
| Προστακτική | — | καθήλωνε / καθήλωσε | — | — | καθηλώνετε / καθηλώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →