αποκαθιστώ
•
- επαναφέρω κάτι στην προηγούμενη καλή του κατάσταση ή λειτουργία, διορθώνω τη ζημιά ή τη βλάβη που υπέστη Βικιλεξικό
- Πρέπει να αποκαταστήσουμε τη βλάβη στο δίκτυο ύδρευσης.
- Στις 27 Σεπτεμβρίου, η Ελλάδα, έχοντας αποκαταστήσει τις βασικές πολιτικές και ατομικές ελευθερίες, κατέθεσε αίτηση για την επανεισδοχή της στο Συμβούλιο της Ευρώπης, από το οποίο είχε αποχωρήσει η κυβέρνηση της δικτατορίας, προλαμβάνοντας την αποβολή της λόγω παραβίασης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. (Άγγελος Μπρατάκος, Η ιστορία της Νέας Δημοκρατίας, εκδ. Λιβάνη, 2002, σελ. 135)
- εξασφαλίζω τα οικονομικά μέσα για την επιβίωση κάποιου Βικιλεξικό
- παρωχημένοφροντίζω να παντρέψω την κόρη ή την αδελφή μου Βικιλεξικό
- Δεν ήθελε να νυμφευτεί ο ίδιος πριν αποκαταστήσει την αδελφή του.
- ξαναδίνω σε κάποιον τη θέση του και τα προνόμιά του Βικιλεξικό
- γλωσσολογίαβρίσκω τον αρχικό τύπο μιας λέξης που δεν μαρτυρείται σε γραπτές πηγές Βικιλεξικό
- Αντίθετα, νομίζω ότι μια διόρθωση της παραδομένης γραφής Ἀσίαν, σε Ἀσίνην, όχι μόνο δικαιολογείται παλαιογραφικά, αλλά και αποκαθιστά νοηματικά το χωρίο. (Δωδώνη, τόμος 23, τεύχος 2, Φιλοσοφική Σχολή Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, 1994, σελ.229)
- φιλολογίαβρίσκω την αρχική μορφή ενός κειμένου, αυτήν που είχε πριν υποστεί αλλαγές από διαδοχικούς αντιγραφείς Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποκαθιστώ < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀποκαθιστῶ (κλίση κλίση -άω) < αρχαία ελληνική ἀποκαθίστημι. Μορφολογικά αναλύεται σε απο- + καθιστώ
Άλλοι τύποι
αποκαθίσταμαιαποκατάστησααποκατέστησααποκαταστάθηκααποκαταστημένοςαποκατεστημένος
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →