αποκεφαλίζω
•
- κυριολεκτικάκόβω το λαιμό κάποιου, ώστε να αφαίρεσω το κεφάλι του Βικιλεξικό
- μεταφορικάδιώχνω την ηγεσία ή την ηγετική ομάδα κάποιου οργάνου ή συλλογικότητας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποκεφαλίζω < (ελληνιστική κοινή) (2. σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική décapiter)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αποκεφαλίζω | αποκεφαλίζεις | αποκεφαλίζει | αποκεφαλίζουμε | αποκεφαλίζετε | αποκεφαλίζουν / αποκεφαλίζουνε |
| Παρατατικός | αποκεφάλιζα | αποκεφάλιζες | αποκεφάλιζε | αποκεφαλίζαμε | αποκεφαλίζατε | αποκεφάλιζαν / αποκεφαλίζαν / αποκεφαλίζανε |
| Αόριστος | αποκεφάλισα | αποκεφάλισες | αποκεφάλισε | αποκεφαλίσαμε | αποκεφαλίσατε | αποκεφάλισαν / αποκεφαλίσαν / αποκεφαλίσανε |
| Μέλλοντας | θα αποκεφαλίζω / θα αποκεφαλίσω | θα αποκεφαλίζεις / θα αποκεφαλίσεις | θα αποκεφαλίζει / θα αποκεφαλίσει | θα αποκεφαλίζουμε / θα αποκεφαλίσουμε | θα αποκεφαλίζετε / θα αποκεφαλίσετε | θα αποκεφαλίζουν / θα αποκεφαλίζουνε / θα αποκεφαλίσουν / θα αποκεφαλίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω αποκεφαλίσει | έχεις αποκεφαλίσει | έχει αποκεφαλίσει | έχουμε αποκεφαλίσει | έχετε αποκεφαλίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αποκεφαλίσει | είχες αποκεφαλίσει | είχε αποκεφαλίσει | είχαμε αποκεφαλίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αποκεφαλίσει / να αποκεφαλίζω / να αποκεφαλίσω | να έχεις αποκεφαλίσει / να αποκεφαλίζεις / να αποκεφαλίσεις | να έχει αποκεφαλίσει / να αποκεφαλίζει / να αποκεφαλίσει | να έχουμε αποκεφαλίσει / να αποκεφαλίζουμε / να αποκεφαλίσουμε | να έχετε αποκεφαλίσει / να αποκεφαλίζετε / να αποκεφαλίσετε | να αποκεφαλίζουν / να αποκεφαλίζουνε / να αποκεφαλίσουν / να αποκεφαλίσουνε |
| Προστακτική | — | αποκεφάλιζε / αποκεφάλισε | — | — | αποκεφαλίζετε / αποκεφαλίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →