καρατομώ
•
- αποκόπτω το κεφάλι, αποκεφαλίζω κάποιον Βικιλεξικό
- μεταφορικάκαθαιρώ την ηγεσία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καρατομώ ήδη τον 5ο αιώνα πκε στον Ευριπίδη < αρχαία ελληνική καρατομέω - καρατομῶ < κάρα (κεφάλι) + τέμνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | καρατομώ | καρατομείς | καρατομεί | καρατομούμε | καρατομείτε | καρατομούν / καρατομούνε |
| Παρατατικός | καρατομούσα | καρατομούσες | καρατομούσε | καρατομούσαμε | καρατομούσατε | καρατομούσαν / καρατομούσανε |
| Αόριστος | καρατόμησα | καρατόμησες | καρατόμησε | καρατομήσαμε | καρατομήσατε | καρατομήσαν / καρατομήσανε / καρατόμησαν |
| Μέλλοντας | θα καρατομήσω / θα καρατομώ | θα καρατομήσεις / θα καρατομείς | θα καρατομήσει / θα καρατομεί | θα καρατομήσουμε / θα καρατομούμε | θα καρατομήσετε / θα καρατομείτε | θα καρατομήσουν / θα καρατομήσουνε / θα καρατομούν / θα καρατομούνε |
| Παρακείμενος | έχω καρατομήσει | έχεις καρατομήσει | έχει καρατομήσει | έχουμε καρατομήσει | έχετε καρατομήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα καρατομήσει | είχες καρατομήσει | είχε καρατομήσει | είχαμε καρατομήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω καρατομήσει / να καρατομήσω / να καρατομώ | να έχεις καρατομήσει / να καρατομήσεις / να καρατομείς | να έχει καρατομήσει / να καρατομήσει / να καρατομεί | να έχουμε καρατομήσει / να καρατομήσουμε / να καρατομούμε | να έχετε καρατομήσει / να καρατομήσετε / να καρατομείτε | να καρατομήσουν / να καρατομήσουνε / να καρατομούν / να καρατομούνε |
| Προστακτική | — | καρατόμει / καρατόμησε | — | — | καρατομήστε / καρατομείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →