αποκηρύσσω
•
- απομακρύνω κάποιον από το σώμα θεσμού, οργάνωσης, ομάδας συνήθως λόγω θεμελιώδους ιδεολογικής διαφωνίας (ή διότι το άτομο αυτό δεν αποδέχεται τον τρόπο λειτουργίας της οργάνωσης και τις μεθόδους της ηγεσίας) Βικιλεξικό
- απαρνιέμαι απόψεις, πεποιθήσεις κ.λπ. και -ενδεχομένως- τις αποδοκιμάζω Βικιλεξικό
- νομικός όροςαπαρνιέμαι τέκνο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποκηρύσσω < (ελληνιστική κοινή)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αποκηρύσσω | αποκηρύσσεις | αποκηρύσσει | αποκηρύσσουμε | αποκηρύσσετε | αποκηρύσσουν / αποκηρύσσουνε |
| Παρατατικός | αποκήρυσσα | αποκήρυσσες | αποκήρυσσε | αποκηρύσσαμε | αποκηρύσσατε | αποκήρυσσαν / αποκηρύσσαν / αποκηρύσσανε |
| Αόριστος | αποκήρυξα | αποκήρυξες | αποκήρυξε | αποκηρύξαμε | αποκηρύξατε | αποκήρυξαν / αποκηρύξαν / αποκηρύξανε |
| Μέλλοντας | θα αποκηρύξω / θα αποκηρύσσω | θα αποκηρύξεις / θα αποκηρύσσεις | θα αποκηρύξει / θα αποκηρύσσει | θα αποκηρύξουμε / θα αποκηρύσσουμε | θα αποκηρύξετε / θα αποκηρύσσετε | θα αποκηρύξουν / θα αποκηρύξουνε / θα αποκηρύσσουν / θα αποκηρύσσουνε |
| Παρακείμενος | έχω αποκηρύξει | έχεις αποκηρύξει | έχει αποκηρύξει | έχουμε αποκηρύξει | έχετε αποκηρύξει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αποκηρύξει | είχες αποκηρύξει | είχε αποκηρύξει | είχαμε αποκηρύξει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αποκηρύξει / να αποκηρύξω / να αποκηρύσσω | να έχεις αποκηρύξει / να αποκηρύξεις / να αποκηρύσσεις | να έχει αποκηρύξει / να αποκηρύξει / να αποκηρύσσει | να έχουμε αποκηρύξει / να αποκηρύξουμε / να αποκηρύσσουμε | να έχετε αποκηρύξει / να αποκηρύξετε / να αποκηρύσσετε | να αποκηρύξουν / να αποκηρύξουνε / να αποκηρύσσουν / να αποκηρύσσουνε |
| Προστακτική | — | αποκήρυξε / αποκήρυσσε | — | — | αποκηρύξτε / αποκηρύσσετε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →