Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αποκηρύσσω

ρήμα, θηλυκό
•
  1. απομακρύνω κάποιον από το σώμα θεσμού, οργάνωσης, ομάδας συνήθως λόγω θεμελιώδους ιδεολογικής διαφωνίας (ή διότι το άτομο αυτό δεν αποδέχεται τον τρόπο λειτουργίας της οργάνωσης και τις μεθόδους της ηγεσίας) Βικιλεξικό
  2. απαρνιέμαι απόψεις, πεποιθήσεις κ.λπ. και -ενδεχομένως- τις αποδοκιμάζω Βικιλεξικό
  3. νομικός όροςαπαρνιέμαι τέκνο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αποκηρύσσω < (ελληνιστική κοινή)

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςαποκηρύσσωαποκηρύσσειςαποκηρύσσειαποκηρύσσουμεαποκηρύσσετεαποκηρύσσουν / αποκηρύσσουνε
Παρατατικόςαποκήρυσσααποκήρυσσεςαποκήρυσσεαποκηρύσσαμεαποκηρύσσατεαποκήρυσσαν / αποκηρύσσαν / αποκηρύσσανε
Αόριστοςαποκήρυξααποκήρυξεςαποκήρυξεαποκηρύξαμεαποκηρύξατεαποκήρυξαν / αποκηρύξαν / αποκηρύξανε
Μέλλονταςθα αποκηρύξω / θα αποκηρύσσωθα αποκηρύξεις / θα αποκηρύσσειςθα αποκηρύξει / θα αποκηρύσσειθα αποκηρύξουμε / θα αποκηρύσσουμεθα αποκηρύξετε / θα αποκηρύσσετεθα αποκηρύξουν / θα αποκηρύξουνε / θα αποκηρύσσουν / θα αποκηρύσσουνε
Παρακείμενοςέχω αποκηρύξειέχεις αποκηρύξειέχει αποκηρύξειέχουμε αποκηρύξειέχετε αποκηρύξει—
Υπερσυντέλικοςείχα αποκηρύξειείχες αποκηρύξειείχε αποκηρύξειείχαμε αποκηρύξει——
Υποτακτικήνα έχω αποκηρύξει / να αποκηρύξω / να αποκηρύσσωνα έχεις αποκηρύξει / να αποκηρύξεις / να αποκηρύσσειςνα έχει αποκηρύξει / να αποκηρύξει / να αποκηρύσσεινα έχουμε αποκηρύξει / να αποκηρύξουμε / να αποκηρύσσουμενα έχετε αποκηρύξει / να αποκηρύξετε / να αποκηρύσσετενα αποκηρύξουν / να αποκηρύξουνε / να αποκηρύσσουν / να αποκηρύσσουνε
Προστακτική—αποκήρυξε / αποκήρυσσε——αποκηρύξτε / αποκηρύσσετε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →