Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αποκλεισμός

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. η αδυναμία μετακίνησης από και προς μια περιοχή λόγω εμποδίων Βικιλεξικό
  2. η απομόνωση μιας περιοχής με στρατιωτικά ή άλλα μέσα, ώστε να μην επιτρέπεται η είσοδος ή έξοδος ανθρώπων ή αγαθών Βικιλεξικό
  3. η ενέργεια με την οποία κάποιος που συμμετείχε σε μια συλλογική διαδικασία αποβάλλεται από αυτήν Βικιλεξικό
    • 1844: Ανάμεσα στα προβλήματα που απασχολούν για μήνες την εθνοσυνέλευση είναι και αυτό του δικαιώματος της ισοπολιτείας των αυτοχθόνων και ετεροχθόνων Ελλήνων. Πολλοί από του αντιπροσώπους υποστήριξαν τον αποκλεισμό των ετεροχθόνων από τις δημόσιες θέσεις. (Γιάννης Γρυντάκης, Γιώργος Δάλκος, Έκτορας Χόρτης, Άγγελος Χόρτης, Σαν σήμερα. Στη νεότερη και σύγχρονη ελληνική ιστορία, εκδ. Μεταίχμιο, 2019)
  4. αθλητισμόςη έξοδος ενός αθλητή ή μιας ομάδας από μια αθλητική διοργάνωση μετά από ήττα ή παραβίαση κανονισμών Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αποκλεισμός < (ελληνιστική κοινή)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαποκλεισμόςαποκλεισμοί
Γενικήαποκλεισμούαποκλεισμών
Αιτιατικήαποκλεισμόαποκλεισμούς
Κλητικήαποκλεισμέαποκλεισμοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →