Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αποκορυφωτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την αποκορύφωση ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αποκορυφωτικός < αποκορυφώνω + -τικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαποκορυφωτικόςαποκορυφωτικήαποκορυφωτικό
Γενικήαποκορυφωτικούαποκορυφωτικήςαποκορυφωτικού
Αιτιατικήαποκορυφωτικόαποκορυφωτικήαποκορυφωτικό
Κλητικήαποκορυφωτικέαποκορυφωτικήαποκορυφωτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαποκορυφωτικοίαποκορυφωτικέςαποκορυφωτικά
Γενικήαποκορυφωτικώναποκορυφωτικώναποκορυφωτικών
Αιτιατικήαποκορυφωτικούςαποκορυφωτικέςαποκορυφωτικά
Κλητικήαποκορυφωτικοίαποκορυφωτικέςαποκορυφωτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →