αποκορυφωτικός
•
- που έχει σχέση με την αποκορύφωση ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποκορυφωτικός < αποκορυφώνω + -τικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αποκορυφωτικός | αποκορυφωτική | αποκορυφωτικό |
| Γενική | αποκορυφωτικού | αποκορυφωτικής | αποκορυφωτικού |
| Αιτιατική | αποκορυφωτικό | αποκορυφωτική | αποκορυφωτικό |
| Κλητική | αποκορυφωτικέ | αποκορυφωτική | αποκορυφωτικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αποκορυφωτικοί | αποκορυφωτικές | αποκορυφωτικά |
| Γενική | αποκορυφωτικών | αποκορυφωτικών | αποκορυφωτικών |
| Αιτιατική | αποκορυφωτικούς | αποκορυφωτικές | αποκορυφωτικά |
| Κλητική | αποκορυφωτικοί | αποκορυφωτικές | αποκορυφωτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →