αποκορυφώνω
•
- κάνω κάτι να φτάσει σε κάποιο ανώτατο σημείο ή όριο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποκορυφώνω < (ελληνιστική κοινή) / ἀποκορυφῶ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αποκορυφώνω | αποκορυφώνεις | αποκορυφώνει | αποκορυφώνουμε | αποκορυφώνετε | αποκορυφώνουν / αποκορυφώνουνε |
| Παρατατικός | αποκορύφωνα | αποκορύφωνες | αποκορύφωνε | αποκορυφώναμε | αποκορυφώνατε | αποκορυφώναν / αποκορυφώνανε / αποκορύφωναν |
| Αόριστος | αποκορύφωσα | αποκορύφωσες | αποκορύφωσε | αποκορυφώσαμε | αποκορυφώσατε | αποκορυφώσαν / αποκορυφώσανε / αποκορύφωσαν |
| Μέλλοντας | θα αποκορυφώνω / θα αποκορυφώσω | θα αποκορυφώνεις / θα αποκορυφώσεις | θα αποκορυφώνει / θα αποκορυφώσει | θα αποκορυφώνουμε / θα αποκορυφώσουμε | θα αποκορυφώνετε / θα αποκορυφώσετε | θα αποκορυφώνουν / θα αποκορυφώνουνε / θα αποκορυφώσουν / θα αποκορυφώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω αποκορυφώσει | έχεις αποκορυφώσει | έχει αποκορυφώσει | έχουμε αποκορυφώσει | έχετε αποκορυφώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αποκορυφώσει | είχες αποκορυφώσει | είχε αποκορυφώσει | είχαμε αποκορυφώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αποκορυφώσει / να αποκορυφώνω / να αποκορυφώσω | να έχεις αποκορυφώσει / να αποκορυφώνεις / να αποκορυφώσεις | να έχει αποκορυφώσει / να αποκορυφώνει / να αποκορυφώσει | να έχουμε αποκορυφώσει / να αποκορυφώνουμε / να αποκορυφώσουμε | να έχετε αποκορυφώσει / να αποκορυφώνετε / να αποκορυφώσετε | να αποκορυφώνουν / να αποκορυφώνουνε / να αποκορυφώσουν / να αποκορυφώσουνε |
| Προστακτική | — | αποκορύφωνε / αποκορύφωσε | — | — | αποκορυφώνετε / αποκορυφώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →