αποκρίνομαι
•
- απαντώ Βικιλεξικό
- Αυτά ήθελα να σου πω, γι' αυτό σε φώναξα• και τώρα ζύγιασε καλά τα όσα άκουσες κι αποκρίσου. (⌘ Νίκος Καζαντζάκης, Ο φτωχούλης του Θεού, [μυθιστόρημα], 1954)
- «Γίνεσαι Τούρκος, Διάκο μου, την πίστιν σου ν’ αλλάξεις,
- να προσκυνάς εις το τζαμί, την εκκλησιάν ν’ αφήσεις;»
- Κι εκείνος τ’ απεκρίθηκε, και με θυμόν τον λέγει·
- «Πάτε κι εσείς κι η πίστις σας, μουρτάτες, να χαθείτε·
- εγώ Γραικός γεννήθηκα, Γραικός θέλ’ απεθάνω.
- ανταποκρίνομαι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποκρίνομαι < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ἀποκρίνομαι. Συγχρονικά αναλύεται σε απο- + κρίνομαι
Άλλοι τύποι
αποκρίθηκα
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →