αποκρατικοποιώ
•
- σταματώ τον έλεγχο από το κράτος μιας εταιρείας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποκρατικοποιώ < απο- + κρατικοποιώ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αποκρατικοποιώ | αποκρατικοποιείς | αποκρατικοποιεί | αποκρατικοποιούμε | αποκρατικοποιείτε | αποκρατικοποιούν / αποκρατικοποιούνε |
| Παρατατικός | αποκρατικοποιούσα | αποκρατικοποιούσες | αποκρατικοποιούσε | αποκρατικοποιούσαμε | αποκρατικοποιούσατε | αποκρατικοποιούσαν / αποκρατικοποιούσανε |
| Αόριστος | αποκρατικοποίησα | αποκρατικοποίησες | αποκρατικοποίησε | αποκρατικοποιήσαμε | αποκρατικοποιήσατε | αποκρατικοποίησαν / αποκρατικοποιήσαν / αποκρατικοποιήσανε |
| Μέλλοντας | θα αποκρατικοποιήσω / θα αποκρατικοποιώ | θα αποκρατικοποιήσεις / θα αποκρατικοποιείς | θα αποκρατικοποιήσει / θα αποκρατικοποιεί | θα αποκρατικοποιήσουμε / θα αποκρατικοποιούμε | θα αποκρατικοποιήσετε / θα αποκρατικοποιείτε | θα αποκρατικοποιήσουν / θα αποκρατικοποιήσουνε / θα αποκρατικοποιούν / θα αποκρατικοποιούνε |
| Παρακείμενος | έχω αποκρατικοποιήσει | έχεις αποκρατικοποιήσει | έχει αποκρατικοποιήσει | έχουμε αποκρατικοποιήσει | έχετε αποκρατικοποιήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αποκρατικοποιήσει | είχες αποκρατικοποιήσει | είχε αποκρατικοποιήσει | είχαμε αποκρατικοποιήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αποκρατικοποιήσει / να αποκρατικοποιήσω / να αποκρατικοποιώ | να έχεις αποκρατικοποιήσει / να αποκρατικοποιήσεις / να αποκρατικοποιείς | να έχει αποκρατικοποιήσει / να αποκρατικοποιήσει / να αποκρατικοποιεί | να έχουμε αποκρατικοποιήσει / να αποκρατικοποιήσουμε / να αποκρατικοποιούμε | να έχετε αποκρατικοποιήσει / να αποκρατικοποιήσετε / να αποκρατικοποιείτε | να αποκρατικοποιήσουν / να αποκρατικοποιήσουνε / να αποκρατικοποιούν / να αποκρατικοποιούνε |
| Προστακτική | — | αποκρατικοποίει / αποκρατικοποίησε | — | — | αποκρατικοποιήστε / αποκρατικοποιείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →