ιδιωτικοποιώ
•
- μετατρέπω μια δημόσια επιχείρηση σε ιδιωτική Βικιλεξικό
- η κυβέρνηση αποφάσισε να ιδιωτικοποιήσει τον ΟΤΕ και πούλησε ένα σημαντικό ποσοστό των μετοχών του σε γερμανική εταιρεία
Ετυμολογία
ιδιωτικοποιώ < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ιδιωτικοποιώ | ιδιωτικοποιείς | ιδιωτικοποιεί | ιδιωτικοποιούμε | ιδιωτικοποιείτε | ιδιωτικοποιούν / ιδιωτικοποιούνε |
| Παρατατικός | ιδιωτικοποιούσα | ιδιωτικοποιούσες | ιδιωτικοποιούσε | ιδιωτικοποιούσαμε | ιδιωτικοποιούσατε | ιδιωτικοποιούσαν / ιδιωτικοποιούσανε |
| Αόριστος | ιδιωτικοποίησα | ιδιωτικοποίησες | ιδιωτικοποίησε | ιδιωτικοποιήσαμε | ιδιωτικοποιήσατε | ιδιωτικοποίησαν / ιδιωτικοποιήσαν / ιδιωτικοποιήσανε |
| Μέλλοντας | θα ιδιωτικοποιήσω / θα ιδιωτικοποιώ | θα ιδιωτικοποιήσεις / θα ιδιωτικοποιείς | θα ιδιωτικοποιήσει / θα ιδιωτικοποιεί | θα ιδιωτικοποιήσουμε / θα ιδιωτικοποιούμε | θα ιδιωτικοποιήσετε / θα ιδιωτικοποιείτε | θα ιδιωτικοποιήσουν / θα ιδιωτικοποιήσουνε / θα ιδιωτικοποιούν / θα ιδιωτικοποιούνε |
| Παρακείμενος | έχω ιδιωτικοποιήσει | έχεις ιδιωτικοποιήσει | έχει ιδιωτικοποιήσει | έχουμε ιδιωτικοποιήσει | έχετε ιδιωτικοποιήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ιδιωτικοποιήσει | είχες ιδιωτικοποιήσει | είχε ιδιωτικοποιήσει | είχαμε ιδιωτικοποιήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ιδιωτικοποιήσει / να ιδιωτικοποιήσω / να ιδιωτικοποιώ | να έχεις ιδιωτικοποιήσει / να ιδιωτικοποιήσεις / να ιδιωτικοποιείς | να έχει ιδιωτικοποιήσει / να ιδιωτικοποιήσει / να ιδιωτικοποιεί | να έχουμε ιδιωτικοποιήσει / να ιδιωτικοποιήσουμε / να ιδιωτικοποιούμε | να έχετε ιδιωτικοποιήσει / να ιδιωτικοποιήσετε / να ιδιωτικοποιείτε | να ιδιωτικοποιήσουν / να ιδιωτικοποιήσουνε / να ιδιωτικοποιούν / να ιδιωτικοποιούνε |
| Προστακτική | — | ιδιωτικοποίει / ιδιωτικοποίησε | — | — | ιδιωτικοποιήστε / ιδιωτικοποιείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →