Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αποκριά

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. συνήθως στον πληθυντικόη χρονική περίοδος τριών εβδομάδων πριν από την Καθαρά Δευτέρα Βικιλεξικό
  2. οι γιορτασμοί, τα έθιμα και οι εκδηλώσεις κατά την περίοδο αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αποκριά < μεσαιωνική ελληνική ἀποκρέα < ἀπόκρεως < ἀπό + κρέως < κρέας

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαποκριάαποκριές
Γενικήαποκριάςαποκριών
Αιτιατικήαποκριάαποκριές
Κλητικήαποκριάαποκριές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →