Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αποκριάτικος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την Αποκριά ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αποκριάτικος < Αποκριά + -άτικος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαποκριάτικοςαποκριάτικηαποκριάτικο
Γενικήαποκριάτικουαποκριάτικηςαποκριάτικου
Αιτιατικήαποκριάτικοαποκριάτικηαποκριάτικο
Κλητικήαποκριάτικεαποκριάτικηαποκριάτικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαποκριάτικοιαποκριάτικεςαποκριάτικα
Γενικήαποκριάτικωναποκριάτικωναποκριάτικων
Αιτιατικήαποκριάτικουςαποκριάτικεςαποκριάτικα
Κλητικήαποκριάτικοιαποκριάτικεςαποκριάτικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →