Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αποκρούω

ρήμα
•
  1. απωθώ άτομο, αποφεύγω ενεργά ένα χτύπημα, μία επίθεση (π.χ. στον πόλεμο ή στο ποδόσφαιρο) Βικιλεξικό
    • (ειδικότερα) (αθλητισμός) (για τερματοφύλακα) σταματάω ή αλλάζω την πορεία της μπάλας ώστε να μην μπει γκολ
  2. απορρίπτω μία πρόταση (π.χ. ερωτική) Βικιλεξικό
  3. αμύνομαι με τη μεταφορική έννοια, αντικρούω (π.χ. τα επιχειρήματα ή τις εναντίον μου κατηγορίες) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αποκρούω < αρχαία ελληνική ἀποκρούω < ἀπό + κρούω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςαποκρούωαποκρούειςαποκρούειαποκρούουμεαποκρούετεαποκρούουν / αποκρούουνε
Παρατατικόςαπέκρουααπέκρουεςαπέκρουεαποκρούαμεαποκρούατεαπέκρουαν / αποκρούαν / αποκρούανε
Αόριστοςαπέκρουσααπέκρουσεςαπέκρουσεαποκρούσαμεαποκρούσατεαπέκρουσαν / αποκρούσαν / αποκρούσανε
Μέλλονταςθα αποκρούσω / θα αποκρούωθα αποκρούεις / θα αποκρούσειςθα αποκρούει / θα αποκρούσειθα αποκρούουμε / θα αποκρούσουμεθα αποκρούετε / θα αποκρούσετεθα αποκρούουν / θα αποκρούουνε / θα αποκρούσουν / θα αποκρούσουνε
Παρακείμενοςέχω αποκρούσειέχεις αποκρούσειέχει αποκρούσειέχουμε αποκρούσει——
Υπερσυντέλικοςείχα αποκρούσειείχες αποκρούσειείχε αποκρούσει———
Υποτακτικήνα έχω αποκρούσει / να αποκρούσω / να αποκρούωνα έχεις αποκρούσει / να αποκρούεις / να αποκρούσειςνα έχει αποκρούσει / να αποκρούει / να αποκρούσεινα έχουμε αποκρούσει / να αποκρούουμε / να αποκρούσουμενα αποκρούετε / να αποκρούσετενα αποκρούουν / να αποκρούουνε / να αποκρούσουν / να αποκρούσουνε
Προστακτική—απόκρουε / απόκρουσε——αποκρούετε / αποκρούστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →