αποκρούω
•
- απωθώ άτομο, αποφεύγω ενεργά ένα χτύπημα, μία επίθεση (π.χ. στον πόλεμο ή στο ποδόσφαιρο) Βικιλεξικό
- (ειδικότερα) (αθλητισμός) (για τερματοφύλακα) σταματάω ή αλλάζω την πορεία της μπάλας ώστε να μην μπει γκολ
- απορρίπτω μία πρόταση (π.χ. ερωτική) Βικιλεξικό
- αμύνομαι με τη μεταφορική έννοια, αντικρούω (π.χ. τα επιχειρήματα ή τις εναντίον μου κατηγορίες) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποκρούω < αρχαία ελληνική ἀποκρούω < ἀπό + κρούω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αποκρούω | αποκρούεις | αποκρούει | αποκρούουμε | αποκρούετε | αποκρούουν / αποκρούουνε |
| Παρατατικός | απέκρουα | απέκρουες | απέκρουε | αποκρούαμε | αποκρούατε | απέκρουαν / αποκρούαν / αποκρούανε |
| Αόριστος | απέκρουσα | απέκρουσες | απέκρουσε | αποκρούσαμε | αποκρούσατε | απέκρουσαν / αποκρούσαν / αποκρούσανε |
| Μέλλοντας | θα αποκρούσω / θα αποκρούω | θα αποκρούεις / θα αποκρούσεις | θα αποκρούει / θα αποκρούσει | θα αποκρούουμε / θα αποκρούσουμε | θα αποκρούετε / θα αποκρούσετε | θα αποκρούουν / θα αποκρούουνε / θα αποκρούσουν / θα αποκρούσουνε |
| Παρακείμενος | έχω αποκρούσει | έχεις αποκρούσει | έχει αποκρούσει | έχουμε αποκρούσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αποκρούσει | είχες αποκρούσει | είχε αποκρούσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αποκρούσει / να αποκρούσω / να αποκρούω | να έχεις αποκρούσει / να αποκρούεις / να αποκρούσεις | να έχει αποκρούσει / να αποκρούει / να αποκρούσει | να έχουμε αποκρούσει / να αποκρούουμε / να αποκρούσουμε | να αποκρούετε / να αποκρούσετε | να αποκρούουν / να αποκρούουνε / να αποκρούσουν / να αποκρούσουνε |
| Προστακτική | — | απόκρουε / απόκρουσε | — | — | αποκρούετε / αποκρούστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →