Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

απόκρουση

/aˈpo.kɾu.si/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα του αποκρούω Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάη ενέργεια και το αποτέλεσμα του αποκρούω Βικιλεξικό
  3. μεταφορικάη ενέργεια και το αποτέλεσμα του αποκρούω Βικιλεξικό
  4. αθλητισμόςη ενέργεια και το αποτέλεσμα του αποκρούω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

απόκρουση < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀπόκρου(σις) (η χάση του φεγγαριού, μεσαιωνική σημασία: απώθηση. ) + -ση όπως η σημασία του αποκρούω & σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική repulse

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαπόκρουσηαποκρούσεις
Γενικήαπόκρουσηςαποκρούσεων
Αιτιατικήαπόκρουσηαποκρούσεις
Κλητικήαπόκρουσηαποκρούσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →