απόκρουση
•
- η ενέργεια και το αποτέλεσμα του αποκρούω Βικιλεξικό
- μεταφορικάη ενέργεια και το αποτέλεσμα του αποκρούω Βικιλεξικό
- μεταφορικάη ενέργεια και το αποτέλεσμα του αποκρούω Βικιλεξικό
- αθλητισμόςη ενέργεια και το αποτέλεσμα του αποκρούω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
απόκρουση < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀπόκρου(σις) (η χάση του φεγγαριού, μεσαιωνική σημασία: απώθηση. ) + -ση όπως η σημασία του αποκρούω & σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική repulse
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | απόκρουση | αποκρούσεις |
| Γενική | απόκρουσης | αποκρούσεων |
| Αιτιατική | απόκρουση | αποκρούσεις |
| Κλητική | απόκρουση | αποκρούσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →