αποκρυσταλλώνω
•
- κυριολεκτικάδίνω σε κάτι μορφή κρυστάλλου Βικιλεξικό
- μεταφορικάδίνω σε κάτι μια οριστική μορφή Βικιλεξικό
- το νέο κόμμα χρειάζεται ακόμα χρόνο μέχρι να αποκρυσταλλώσει την πολιτική του φυσιογνωμία
- δεν έχω ακόμη αποκρυσταλλώσει άποψη γι' αυτό το θέμα
Ετυμολογία
αποκρυσταλλώνω < ελληνιστική κοινή ἀποκρυσταλλόω (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική cristalliser. Αναλύεται σε απο- + κρυσταλλώνω.)
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αποκρυσταλλώνω | αποκρυσταλλώνεις | αποκρυσταλλώνει | αποκρυσταλλώνουμε | αποκρυσταλλώνετε | αποκρυσταλλώνουν / αποκρυσταλλώνουνε |
| Παρατατικός | αποκρυστάλλωνα | αποκρυστάλλωνες | αποκρυστάλλωνε | αποκρυσταλλώναμε | αποκρυσταλλώνατε | αποκρυστάλλωναν / αποκρυσταλλώναν / αποκρυσταλλώνανε |
| Αόριστος | αποκρυστάλλωσα | αποκρυστάλλωσες | αποκρυστάλλωσε | αποκρυσταλλώσαμε | αποκρυσταλλώσατε | αποκρυστάλλωσαν / αποκρυσταλλώσαν / αποκρυσταλλώσανε |
| Μέλλοντας | θα αποκρυσταλλώνω / θα αποκρυσταλλώσω | θα αποκρυσταλλώνεις / θα αποκρυσταλλώσεις | θα αποκρυσταλλώνει / θα αποκρυσταλλώσει | θα αποκρυσταλλώνουμε / θα αποκρυσταλλώσουμε | θα αποκρυσταλλώνετε / θα αποκρυσταλλώσετε | θα αποκρυσταλλώνουν / θα αποκρυσταλλώνουνε / θα αποκρυσταλλώσουν / θα αποκρυσταλλώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω αποκρυσταλλώσει | έχεις αποκρυσταλλώσει | έχει αποκρυσταλλώσει | έχουμε αποκρυσταλλώσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αποκρυσταλλώσει | είχες αποκρυσταλλώσει | είχε αποκρυσταλλώσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αποκρυσταλλώσει / να αποκρυσταλλώνω / να αποκρυσταλλώσω | να έχεις αποκρυσταλλώσει / να αποκρυσταλλώνεις / να αποκρυσταλλώσεις | να έχει αποκρυσταλλώσει / να αποκρυσταλλώνει / να αποκρυσταλλώσει | να έχουμε αποκρυσταλλώσει / να αποκρυσταλλώνουμε / να αποκρυσταλλώσουμε | να αποκρυσταλλώνετε / να αποκρυσταλλώσετε | να αποκρυσταλλώνουν / να αποκρυσταλλώνουνε / να αποκρυσταλλώσουν / να αποκρυσταλλώσουνε |
| Προστακτική | — | αποκρυστάλλωνε / αποκρυστάλλωσε | — | — | αποκρυσταλλώνετε / αποκρυσταλλώστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
αποκρυσταλλώθηκααποκρυσταλλώνομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →