Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αποκρυφιστικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τον αποκρυφιστή ή τον αποκρυφισμό ή αναφέρεται σ' αυτά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αποκρυφιστικός < αποκρυφιστής / αποκρυφισμός + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαποκρυφιστικόςαποκρυφιστικήαποκρυφιστικό
Γενικήαποκρυφιστικούαποκρυφιστικήςαποκρυφιστικού
Αιτιατικήαποκρυφιστικόαποκρυφιστικήαποκρυφιστικό
Κλητικήαποκρυφιστικέαποκρυφιστικήαποκρυφιστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαποκρυφιστικοίαποκρυφιστικέςαποκρυφιστικά
Γενικήαποκρυφιστικώναποκρυφιστικώναποκρυφιστικών
Αιτιατικήαποκρυφιστικούςαποκρυφιστικέςαποκρυφιστικά
Κλητικήαποκρυφιστικοίαποκρυφιστικέςαποκρυφιστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →