αποκρυφιστικός
•
- που έχει σχέση με τον αποκρυφιστή ή τον αποκρυφισμό ή αναφέρεται σ' αυτά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποκρυφιστικός < αποκρυφιστής / αποκρυφισμός + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αποκρυφιστικός | αποκρυφιστική | αποκρυφιστικό |
| Γενική | αποκρυφιστικού | αποκρυφιστικής | αποκρυφιστικού |
| Αιτιατική | αποκρυφιστικό | αποκρυφιστική | αποκρυφιστικό |
| Κλητική | αποκρυφιστικέ | αποκρυφιστική | αποκρυφιστικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αποκρυφιστικοί | αποκρυφιστικές | αποκρυφιστικά |
| Γενική | αποκρυφιστικών | αποκρυφιστικών | αποκρυφιστικών |
| Αιτιατική | αποκρυφιστικούς | αποκρυφιστικές | αποκρυφιστικά |
| Κλητική | αποκρυφιστικοί | αποκρυφιστικές | αποκρυφιστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →