Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κρύβω

/ˈkɾivo/ρήμα
•
  1. τοποθετώ κάτι σε μέρος όπου δε θα το ανακαλύψουν οι άλλοι Βικιλεξικό
    • ο δολοφόνος έκρυψε το μαχαίρι του εγκλήματος στο υπόγειο
  2. τοποθετώ κάτι σε μέρος τέτοιο ώστε να μην είναι ορατό Βικιλεξικό
    • ο δάσκαλος ζήτησε από τους μαθητές να κρύψουν τα βιβλία τους επειδή θα έγραφαν τεστ
  3. τακτοποιώ, τοποθετώ κάτι σε μέρος ασφαλές ώστε να το χρησιμοποιήσω αργότερα Βικιλεξικό
  4. στη μαγειρικήανοίγω μια τρύπα σ΄ ένα κομμάτι κρέας και βάζω μέσα μπαχαρικό ή κάτι άλλο που δίνει γεύση Βικιλεξικό
    • κρύβουμε το σκόρδο μέσα στο κρέας
  5. καλύπτω κάτι με κάτι άλλο για να μη φαίνεται Βικιλεξικό
    • έριξε πάνω της ένα σεντόνι να κρύψει τη γύμνια της
  6. μπαίνω μπροστά από ένα άλλο αντικείμενο το οποίο πια δεν είναι ορατό Βικιλεξικό
    • μη μου κρύβεις τον ήλιο, είπε ο Διογένης στον Αλέξανδρο
  7. κρατώ κάτι μυστικό από τους άλλους Βικιλεξικό
    • κάτι μου κρύβεις για το παρελθόν σου
  8. έχω στο εσωτερικό μου κάτι που δεν είναι ορατό Βικιλεξικό
    • ας ανοίξουμε αυτό το παλιό σεντούκι να δούμε τι θησαυρούς μπορεί να κρύβει
    • (μεταφορικά)

Ετυμολογία

κρύβω < κληρονομημένο από την ελληνιστική κοινή κρύβω < αρχαία ελληνική κρύπτω. Με μεταπλασμό του θέματος κρυψ- όπως τριψ- (ἔτριψα) - τρίβω

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςκρύβωκρύβειςκρύβεικρύβουμεκρύβετεκρύβουν / κρύβουνε
Παρατατικόςέκρυβαέκρυβεςέκρυβεκρύβαμεκρύβατεέκρυβαν / κρύβαν / κρύβανε
Αόριστοςέκρυψαέκρυψεςέκρυψεκρύψαμεκρύψατεέκρυψαν / κρύψαν / κρύψανε
Μέλλονταςθα κρύβω / θα κρύψωθα κρύβεις / θα κρύψειςθα κρύβει / θα κρύψειθα κρύβουμε / θα κρύψουμεθα κρύβετε / θα κρύψετεθα κρύβουν / θα κρύβουνε / θα κρύψουν / θα κρύψουνε
Παρακείμενοςέχω κρύψειέχεις κρύψει————
Υπερσυντέλικοςείχα κρύψειείχες κρύψει————
Υποτακτικήνα έχω κρύψει / να κρύβω / να κρύψωνα έχεις κρύψει / να κρύβεις / να κρύψειςνα κρύβει / να κρύψεινα κρύβουμε / να κρύψουμενα κρύβετε / να κρύψετενα κρύβουν / να κρύβουνε / να κρύψουν / να κρύψουνε
Προστακτική—έχε κρυμμένο / κρύβε / κρύψε——κρύβετε / κρύψτε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

κρύφτηκακρύβομαι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →