αποκωδικοποιήσιμος
•
- πληροφορικήπου είναι δυνατόν να αποκωδικοποιηθεί Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποκωδικοποιήσιμος < αποκωδικοποιώ + -ιμος ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική decodable)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αποκωδικοποιήσιμος | αποκωδικοποιήσιμη | αποκωδικοποιήσιμο |
| Γενική | αποκωδικοποιήσιμου | αποκωδικοποιήσιμης | αποκωδικοποιήσιμου |
| Αιτιατική | αποκωδικοποιήσιμο | αποκωδικοποιήσιμη | αποκωδικοποιήσιμο |
| Κλητική | αποκωδικοποιήσιμε | αποκωδικοποιήσιμη | αποκωδικοποιήσιμο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αποκωδικοποιήσιμοι | αποκωδικοποιήσιμες | αποκωδικοποιήσιμα |
| Γενική | αποκωδικοποιήσιμων | αποκωδικοποιήσιμων | αποκωδικοποιήσιμων |
| Αιτιατική | αποκωδικοποιήσιμους | αποκωδικοποιήσιμες | αποκωδικοποιήσιμα |
| Κλητική | αποκωδικοποιήσιμοι | αποκωδικοποιήσιμες | αποκωδικοποιήσιμα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →