Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αποκωδικοποιήσιμος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. πληροφορικήπου είναι δυνατόν να αποκωδικοποιηθεί Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αποκωδικοποιήσιμος < αποκωδικοποιώ + -ιμος ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική decodable)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαποκωδικοποιήσιμοςαποκωδικοποιήσιμηαποκωδικοποιήσιμο
Γενικήαποκωδικοποιήσιμουαποκωδικοποιήσιμηςαποκωδικοποιήσιμου
Αιτιατικήαποκωδικοποιήσιμοαποκωδικοποιήσιμηαποκωδικοποιήσιμο
Κλητικήαποκωδικοποιήσιμεαποκωδικοποιήσιμηαποκωδικοποιήσιμο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαποκωδικοποιήσιμοιαποκωδικοποιήσιμεςαποκωδικοποιήσιμα
Γενικήαποκωδικοποιήσιμωναποκωδικοποιήσιμωναποκωδικοποιήσιμων
Αιτιατικήαποκωδικοποιήσιμουςαποκωδικοποιήσιμεςαποκωδικοποιήσιμα
Κλητικήαποκωδικοποιήσιμοιαποκωδικοποιήσιμεςαποκωδικοποιήσιμα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →