αποκωδικοποιώ
•
- διαβάζω τον κώδικα ενός σήματος ή μηνύματος, ώστε να γίνουν αναγνωρίσιμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποκωδικοποιώ < από + κωδικοποιώ ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική decode)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αποκωδικοποιώ | αποκωδικοποιείς | αποκωδικοποιεί | αποκωδικοποιούμε | αποκωδικοποιείτε | αποκωδικοποιούν / αποκωδικοποιούνε |
| Παρατατικός | αποκωδικοποιούσα | αποκωδικοποιούσες | αποκωδικοποιούσε | αποκωδικοποιούσαμε | αποκωδικοποιούσατε | αποκωδικοποιούσαν / αποκωδικοποιούσανε |
| Αόριστος | αποκωδικοποίησα | αποκωδικοποίησες | αποκωδικοποίησε | αποκωδικοποιήσαμε | αποκωδικοποιήσατε | αποκωδικοποίησαν / αποκωδικοποιήσαν / αποκωδικοποιήσανε |
| Μέλλοντας | θα αποκωδικοποιήσω / θα αποκωδικοποιώ | θα αποκωδικοποιήσεις / θα αποκωδικοποιείς | θα αποκωδικοποιήσει / θα αποκωδικοποιεί | θα αποκωδικοποιήσουμε / θα αποκωδικοποιούμε | θα αποκωδικοποιήσετε / θα αποκωδικοποιείτε | θα αποκωδικοποιήσουν / θα αποκωδικοποιήσουνε / θα αποκωδικοποιούν / θα αποκωδικοποιούνε |
| Παρακείμενος | έχω αποκωδικοποιήσει | έχεις αποκωδικοποιήσει | έχει αποκωδικοποιήσει | έχουμε αποκωδικοποιήσει | έχετε αποκωδικοποιήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αποκωδικοποιήσει | είχες αποκωδικοποιήσει | είχε αποκωδικοποιήσει | είχαμε αποκωδικοποιήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αποκωδικοποιήσει / να αποκωδικοποιήσω / να αποκωδικοποιώ | να έχεις αποκωδικοποιήσει / να αποκωδικοποιήσεις / να αποκωδικοποιείς | να έχει αποκωδικοποιήσει / να αποκωδικοποιήσει / να αποκωδικοποιεί | να έχουμε αποκωδικοποιήσει / να αποκωδικοποιήσουμε / να αποκωδικοποιούμε | να έχετε αποκωδικοποιήσει / να αποκωδικοποιήσετε / να αποκωδικοποιείτε | να αποκωδικοποιήσουν / να αποκωδικοποιήσουνε / να αποκωδικοποιούν / να αποκωδικοποιούνε |
| Προστακτική | — | αποκωδικοποίει / αποκωδικοποίησε | — | — | αποκωδικοποιήστε / αποκωδικοποιείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →