απολέπιση
•
- η ενέργεια και το αποτέλεσμα του απολεπίζω Βικιλεξικό
- ιατρικήη ενέργεια και το αποτέλεσμα του απολεπίζω Βικιλεξικό
- γεωλογίαη ενέργεια και το αποτέλεσμα του απολεπίζω Βικιλεξικό
- η ενέργεια και το αποτέλεσμα του απολεπίζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
απολέπιση < απολεπίζω + -ση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | απολέπιση | απολεπίσεις |
| Γενική | απολέπισης | απολεπίσεων |
| Αιτιατική | απολέπιση | απολεπίσεις |
| Κλητική | απολέπιση | απολεπίσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →