Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

απολεπίζω

ρήμα
•
  1. βγάζω τα λέπια Βικιλεξικό
  2. ιατρικήαφαιρώ αφαίρεση κάποια εξωτερικά τμήματα του δέρματος (ή πέφτουν μόνα τους, λόγω ασθένειας: οστρακιάς, ψωρίασης κ.ά.) Βικιλεξικό
  3. βγάζω τον φλοιό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

απολεπίζω < (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική ἀπολέπω < ἀπό + λέπω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςαπολεπίζωαπολεπίζειςαπολεπίζειαπολεπίζουμεαπολεπίζετεαπολεπίζουν / απολεπίζουνε
Παρατατικόςαπολέπιζααπολέπιζεςαπολέπιζεαπολεπίζαμεαπολεπίζατεαπολέπιζαν / απολεπίζαν / απολεπίζανε
Αόριστοςαπολέπισααπολέπισεςαπολέπισεαπολεπίσαμεαπολεπίσατεαπολέπισαν / απολεπίσαν / απολεπίσανε
Μέλλονταςθα απολεπίζω / θα απολεπίσωθα απολεπίζεις / θα απολεπίσειςθα απολεπίζει / θα απολεπίσειθα απολεπίζουμε / θα απολεπίσουμεθα απολεπίζετε / θα απολεπίσετεθα απολεπίζουν / θα απολεπίζουνε / θα απολεπίσουν / θα απολεπίσουνε
Παρακείμενοςέχω απολεπίσειέχεις απολεπίσειέχει απολεπίσειέχουμε απολεπίσειέχετε απολεπίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα απολεπίσειείχες απολεπίσειείχε απολεπίσειείχαμε απολεπίσει——
Υποτακτικήνα έχω απολεπίσει / να απολεπίζω / να απολεπίσωνα έχεις απολεπίσει / να απολεπίζεις / να απολεπίσειςνα έχει απολεπίσει / να απολεπίζει / να απολεπίσεινα έχουμε απολεπίσει / να απολεπίζουμε / να απολεπίσουμενα έχετε απολεπίσει / να απολεπίζετε / να απολεπίσετενα απολεπίζουν / να απολεπίζουνε / να απολεπίσουν / να απολεπίσουνε
Προστακτική—απολέπιζε / απολέπισε——απολεπίζετε / απολεπίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →