απολεπίζω
•
- βγάζω τα λέπια Βικιλεξικό
- ιατρικήαφαιρώ αφαίρεση κάποια εξωτερικά τμήματα του δέρματος (ή πέφτουν μόνα τους, λόγω ασθένειας: οστρακιάς, ψωρίασης κ.ά.) Βικιλεξικό
- βγάζω τον φλοιό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
απολεπίζω < (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική ἀπολέπω < ἀπό + λέπω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | απολεπίζω | απολεπίζεις | απολεπίζει | απολεπίζουμε | απολεπίζετε | απολεπίζουν / απολεπίζουνε |
| Παρατατικός | απολέπιζα | απολέπιζες | απολέπιζε | απολεπίζαμε | απολεπίζατε | απολέπιζαν / απολεπίζαν / απολεπίζανε |
| Αόριστος | απολέπισα | απολέπισες | απολέπισε | απολεπίσαμε | απολεπίσατε | απολέπισαν / απολεπίσαν / απολεπίσανε |
| Μέλλοντας | θα απολεπίζω / θα απολεπίσω | θα απολεπίζεις / θα απολεπίσεις | θα απολεπίζει / θα απολεπίσει | θα απολεπίζουμε / θα απολεπίσουμε | θα απολεπίζετε / θα απολεπίσετε | θα απολεπίζουν / θα απολεπίζουνε / θα απολεπίσουν / θα απολεπίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω απολεπίσει | έχεις απολεπίσει | έχει απολεπίσει | έχουμε απολεπίσει | έχετε απολεπίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα απολεπίσει | είχες απολεπίσει | είχε απολεπίσει | είχαμε απολεπίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω απολεπίσει / να απολεπίζω / να απολεπίσω | να έχεις απολεπίσει / να απολεπίζεις / να απολεπίσεις | να έχει απολεπίσει / να απολεπίζει / να απολεπίσει | να έχουμε απολεπίσει / να απολεπίζουμε / να απολεπίσουμε | να έχετε απολεπίσει / να απολεπίζετε / να απολεπίσετε | να απολεπίζουν / να απολεπίζουνε / να απολεπίσουν / να απολεπίσουνε |
| Προστακτική | — | απολέπιζε / απολέπισε | — | — | απολεπίζετε / απολεπίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →