Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

απολιτικός

/a.po.li.tiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν ενδιαφέρεται ή δεν ασχολείται με την πολιτική, ο απέχων πολιτικά Βικιλεξικό
  2. σπανιότεροπου θεωρεί την αποχή απ' τα κοινά πολιτική πράξη (πχ. μήνυμα, πίεση στους κυβερνώντες κτλ.) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

απολιτικός < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική apolitique. Μορφολογικά αναλύεται σε α- στερητικό + πολιτικός. Συγκρίνετε με το απολιτίκ, απολίτικος. Διαφορετική σημασία για το ελληνιστικό ἀπολιτικός (ακατάλληλος για πολιτική).

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαπολιτικόςαπολιτικήαπολιτικό
Γενικήαπολιτικούαπολιτικήςαπολιτικού
Αιτιατικήαπολιτικόαπολιτικήαπολιτικό
Κλητικήαπολιτικέαπολιτικήαπολιτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαπολιτικοίαπολιτικέςαπολιτικά
Γενικήαπολιτικώναπολιτικώναπολιτικών
Αιτιατικήαπολιτικούςαπολιτικέςαπολιτικά
Κλητικήαπολιτικοίαπολιτικέςαπολιτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

απολίτικος

/a.poˈli.ti.kos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. απολιτικός, απολιτίκ Βικιλεξικό

Ετυμολογία

απολίτικος < απολιτικός (λογιότερο) με μετακίνηση τόνου. Συγκρίνετε με το απολιτίκ, απολιτικός.

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαπολίτικοςαπολίτικηαπολίτικο
Γενικήαπολίτικουαπολίτικηςαπολίτικου
Αιτιατικήαπολίτικοαπολίτικηαπολίτικο
Κλητικήαπολίτικεαπολίτικηαπολίτικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαπολίτικοιαπολίτικεςαπολίτικα
Γενικήαπολίτικωναπολίτικωναπολίτικων
Αιτιατικήαπολίτικουςαπολίτικεςαπολίτικα
Κλητικήαπολίτικοιαπολίτικεςαπολίτικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →