Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

απολιτικοποίηση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η έλλειψη ενδιαφέροντος για την πολιτική καθώς και η μη ενασχόληση κάποιου μ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

απολιτικοποίηση < α- + πολιτικοποίηση

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαπολιτικοποίησηαπολιτικοποιήσεις
Γενικήαπολιτικοποίησηςαπολιτικοποιήσεων
Αιτιατικήαπολιτικοποίησηαπολιτικοποιήσεις
Κλητικήαπολιτικοποίησηαπολιτικοποιήσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →