Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

απολίτιστος

/a.poˈli.ti.stos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν έχει τρόπους ή ηθική· που είναι αγενής, ασεβής ή βίαιος. Βικιλεξικό

Ετυμολογία

απολίτιστος < α- + πολιτισ(μένος) + -τος (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική incivilisé)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαπολίτιστοςαπολίτιστηαπολίτιστο
Γενικήαπολίτιστουαπολίτιστηςαπολίτιστου
Αιτιατικήαπολίτιστοαπολίτιστηαπολίτιστο
Κλητικήαπολίτιστεαπολίτιστηαπολίτιστο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαπολίτιστοιαπολίτιστεςαπολίτιστα
Γενικήαπολίτιστωναπολίτιστωναπολίτιστων
Αιτιατικήαπολίτιστουςαπολίτιστεςαπολίτιστα
Κλητικήαπολίτιστοιαπολίτιστεςαπολίτιστα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →