απολίτιστος
•
- που δεν έχει τρόπους ή ηθική· που είναι αγενής, ασεβής ή βίαιος. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
απολίτιστος < α- + πολιτισ(μένος) + -τος (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική incivilisé)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | απολίτιστος | απολίτιστη | απολίτιστο |
| Γενική | απολίτιστου | απολίτιστης | απολίτιστου |
| Αιτιατική | απολίτιστο | απολίτιστη | απολίτιστο |
| Κλητική | απολίτιστε | απολίτιστη | απολίτιστο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | απολίτιστοι | απολίτιστες | απολίτιστα |
| Γενική | απολίτιστων | απολίτιστων | απολίτιστων |
| Αιτιατική | απολίτιστους | απολίτιστες | απολίτιστα |
| Κλητική | απολίτιστοι | απολίτιστες | απολίτιστα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →