πολιτισμένος
•
- που έχει ήδη από το παρελθόν ανεπτυγμένο πολιτισμό Βικιλεξικό
- για άτομαπου έχει εκλεπτυσμένους καλούς τρόπους Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πολιτισμένος < μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική civilisé. Αναλύεται σε πολιτισ(μός) + -μένος (όπως αν υπήρχε *πολιτίζω)
Άλλοι τύποι
πολιτισμέναπολιτισμένεπολιτισμένεςπολιτισμένηπολιτισμένηςπολιτισμένοπολιτισμένοιπολιτισμένοςπολιτισμένουπολιτισμένουςπολιτισμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →