Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

απολεπιστικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την απολέπιση ή συμβάλλει στο να επιτευχθεί Βικιλεξικό
    • Τονωτικός, στυπτικός και απολεπιστικός, ο χυμός του λεμονιού είναι ιδανικός για τα λιπαρά δέρματα με διεσταλμένους πόρους, για τα αδύνατα μαλλιά, αλλά και για την αντιμετώπιση της λιπαρότητας και της πιτυρίδας. (*)

Ετυμολογία

απολεπιστικός < απολέπιση + -τικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαπολεπιστικόςαπολεπιστικήαπολεπιστικό
Γενικήαπολεπιστικούαπολεπιστικήςαπολεπιστικού
Αιτιατικήαπολεπιστικόαπολεπιστικήαπολεπιστικό
Κλητικήαπολεπιστικέαπολεπιστικήαπολεπιστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαπολεπιστικοίαπολεπιστικέςαπολεπιστικά
Γενικήαπολεπιστικώναπολεπιστικώναπολεπιστικών
Αιτιατικήαπολεπιστικούςαπολεπιστικέςαπολεπιστικά
Κλητικήαπολεπιστικοίαπολεπιστικέςαπολεπιστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →