απολεπιστικός
•
- που έχει σχέση με την απολέπιση ή συμβάλλει στο να επιτευχθεί Βικιλεξικό
- Τονωτικός, στυπτικός και απολεπιστικός, ο χυμός του λεμονιού είναι ιδανικός για τα λιπαρά δέρματα με διεσταλμένους πόρους, για τα αδύνατα μαλλιά, αλλά και για την αντιμετώπιση της λιπαρότητας και της πιτυρίδας. (*)
Ετυμολογία
απολεπιστικός < απολέπιση + -τικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | απολεπιστικός | απολεπιστική | απολεπιστικό |
| Γενική | απολεπιστικού | απολεπιστικής | απολεπιστικού |
| Αιτιατική | απολεπιστικό | απολεπιστική | απολεπιστικό |
| Κλητική | απολεπιστικέ | απολεπιστική | απολεπιστικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | απολεπιστικοί | απολεπιστικές | απολεπιστικά |
| Γενική | απολεπιστικών | απολεπιστικών | απολεπιστικών |
| Αιτιατική | απολεπιστικούς | απολεπιστικές | απολεπιστικά |
| Κλητική | απολεπιστικοί | απολεπιστικές | απολεπιστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →