απολογητικός
•
- που έχει σχέση με την απολογία, συμβάλλει σ’ αυτή ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
- που έχει σχέση με την απολογητική ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
απολογητικός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀπολογητικός (κατάλληλος για υπεράσπιση), σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική apologétique < μεσαιωνική λατινική apologeticus < αρχαία ελληνική ἀπολογητικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | απολογητικός | απολογητική | απολογητικό |
| Γενική | απολογητικού | απολογητικής | απολογητικού |
| Αιτιατική | απολογητικό | απολογητική | απολογητικό |
| Κλητική | απολογητικέ | απολογητική | απολογητικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | απολογητικοί | απολογητικές | απολογητικά |
| Γενική | απολογητικών | απολογητικών | απολογητικών |
| Αιτιατική | απολογητικούς | απολογητικές | απολογητικά |
| Κλητική | απολογητικοί | απολογητικές | απολογητικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →