Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

απολογητικός

/a.po.lo.ʝi.tiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την απολογία, συμβάλλει σ’ αυτή ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
  2. που έχει σχέση με την απολογητική ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

απολογητικός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀπολογητικός (κατάλληλος για υπεράσπιση), σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική apologétique < μεσαιωνική λατινική apologeticus < αρχαία ελληνική ἀπολογητικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαπολογητικόςαπολογητικήαπολογητικό
Γενικήαπολογητικούαπολογητικήςαπολογητικού
Αιτιατικήαπολογητικόαπολογητικήαπολογητικό
Κλητικήαπολογητικέαπολογητικήαπολογητικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαπολογητικοίαπολογητικέςαπολογητικά
Γενικήαπολογητικώναπολογητικώναπολογητικών
Αιτιατικήαπολογητικούςαπολογητικέςαπολογητικά
Κλητικήαπολογητικοίαπολογητικέςαπολογητικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →