απολογούμαι
•
- νομικός όροςως κατηγορούμενος, παρουσιάζω στην απολογία μου τα επιχειρήματά μου υπέρ της αθωότητάς μου ή υπέρ της ελάφρυνσης της θέσης μου Βικιλεξικό
- Γνωρίζεις γιατί κατηγορείσαι, τι απολογείσαι; (Δημήτρης Ψαθάς, Η Θέμις έχει κέφια)
- γενικότεραδικαιολογώ πράξεις μου που κρίνονται αρνητικά ή προκάλεσαν κακό σε άλλους Βικιλεξικό
- ιδιωματικόζητώ συγνώμη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
απολογούμαι < αρχαία ελληνική ἀπολογέομαι / ἀπολογοῦμαι
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | απολογούμαι | απολογείσαι | απολογείται | απολογούμαστε | απολογείστε | απολογούνται |
| Παρατατικός | απολογούμουν | απολογούσουν | απολογούνταν | απολογούμασταν / απολογούμαστε | απολογούσασταν / απολογούσαστε | απολογούνταν |
| Αόριστος | απολογήθηκα | απολογήθηκες | απολογήθηκε | απολογηθήκαμε | απολογηθήκατε | απολογήθηκαν / απολογηθήκαν / απολογηθήκανε |
| Μέλλοντας | θα απολογηθώ / θα απολογούμαι | θα απολογείσαι / θα απολογηθείς | θα απολογείται / θα απολογηθεί | θα απολογηθούμε / θα απολογούμαστε | θα απολογείστε / θα απολογηθείτε | θα απολογηθούν / θα απολογηθούνε / θα απολογούνται |
| Παρακείμενος | έχω απολογηθεί | έχεις απολογηθεί | έχει απολογηθεί | έχουμε απολογηθεί | έχετε απολογηθεί | έχουν απολογηθεί |
| Υπερσυντέλικος | είχα απολογηθεί | είχες απολογηθεί | είχε απολογηθεί | είχαμε απολογηθεί | είχατε απολογηθεί | είχαν απολογηθεί |
| Υποτακτική | να έχω απολογηθεί / να απολογηθώ / να απολογούμαι | να έχεις απολογηθεί / να απολογείσαι / να απολογηθείς | να έχει απολογηθεί / να απολογείται / να απολογηθεί | να έχουμε απολογηθεί / να απολογηθούμε / να απολογούμαστε | να έχετε απολογηθεί / να απολογείστε / να απολογηθείτε | να έχουν απολογηθεί / να απολογηθούν / να απολογηθούνε / να απολογούνται |
| Προστακτική | — | απολογήσου | — | — | απολογείστε / απολογηθείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →