Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

απολυταρχικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την απολυταρχία ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

απολυταρχικός < απολυταρχία + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαπολυταρχικόςαπολυταρχικήαπολυταρχικό
Γενικήαπολυταρχικούαπολυταρχικήςαπολυταρχικού
Αιτιατικήαπολυταρχικόαπολυταρχικήαπολυταρχικό
Κλητικήαπολυταρχικέαπολυταρχικήαπολυταρχικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαπολυταρχικοίαπολυταρχικέςαπολυταρχικά
Γενικήαπολυταρχικώναπολυταρχικώναπολυταρχικών
Αιτιατικήαπολυταρχικούςαπολυταρχικέςαπολυταρχικά
Κλητικήαπολυταρχικοίαπολυταρχικέςαπολυταρχικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →