απολυταρχικός
•
- που έχει σχέση με την απολυταρχία ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
απολυταρχικός < απολυταρχία + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | απολυταρχικός | απολυταρχική | απολυταρχικό |
| Γενική | απολυταρχικού | απολυταρχικής | απολυταρχικού |
| Αιτιατική | απολυταρχικό | απολυταρχική | απολυταρχικό |
| Κλητική | απολυταρχικέ | απολυταρχική | απολυταρχικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | απολυταρχικοί | απολυταρχικές | απολυταρχικά |
| Γενική | απολυταρχικών | απολυταρχικών | απολυταρχικών |
| Αιτιατική | απολυταρχικούς | απολυταρχικές | απολυταρχικά |
| Κλητική | απολυταρχικοί | απολυταρχικές | απολυταρχικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →