Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δεσποτικός

/ðe.spo.tiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. για καθεστώςπου ενεργεί αυθαίρετα, χωρίς να λαμβάνει υπόψη του τις αντίθετες απόψεις Βικιλεξικό
  2. για συμπεριφοράπου χαρακτηρίζεται από αυθαίρετους τρόπους, δεν δέχεται αντιρρήσεις Βικιλεξικό
  3. εκκλησιαστικός όροςπου έχει σχέση με το δεσπότη, ανήκει σ’ αυτόν ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό
  4. ουσιαστικοποιημένοδεσποτικό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

δεσποτικός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική δεσποτικός < δεσπότης :* εκκλησιαστική σημασία < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική δεσποτικός < αρχαία ελληνική δεσποτικός < δεσπότης

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδεσποτικόςδεσποτικήδεσποτικό
Γενικήδεσποτικούδεσποτικήςδεσποτικού
Αιτιατικήδεσποτικόδεσποτικήδεσποτικό
Κλητικήδεσποτικέδεσποτικήδεσποτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδεσποτικοίδεσποτικέςδεσποτικά
Γενικήδεσποτικώνδεσποτικώνδεσποτικών
Αιτιατικήδεσποτικούςδεσποτικέςδεσποτικά
Κλητικήδεσποτικοίδεσποτικέςδεσποτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →