δεσποτικός
•
- για καθεστώςπου ενεργεί αυθαίρετα, χωρίς να λαμβάνει υπόψη του τις αντίθετες απόψεις Βικιλεξικό
- για συμπεριφοράπου χαρακτηρίζεται από αυθαίρετους τρόπους, δεν δέχεται αντιρρήσεις Βικιλεξικό
- εκκλησιαστικός όροςπου έχει σχέση με το δεσπότη, ανήκει σ’ αυτόν ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό
- ουσιαστικοποιημένοδεσποτικό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δεσποτικός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική δεσποτικός < δεσπότης :* εκκλησιαστική σημασία < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική δεσποτικός < αρχαία ελληνική δεσποτικός < δεσπότης
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | δεσποτικός | δεσποτική | δεσποτικό |
| Γενική | δεσποτικού | δεσποτικής | δεσποτικού |
| Αιτιατική | δεσποτικό | δεσποτική | δεσποτικό |
| Κλητική | δεσποτικέ | δεσποτική | δεσποτικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | δεσποτικοί | δεσποτικές | δεσποτικά |
| Γενική | δεσποτικών | δεσποτικών | δεσποτικών |
| Αιτιατική | δεσποτικούς | δεσποτικές | δεσποτικά |
| Κλητική | δεσποτικοί | δεσποτικές | δεσποτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →