απολυτρώνω
•
- λυτρώνω κάποιον από βάσανα, ταλαιπωρίες κ.ά., τον απαλλάσσω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
απολυτρώνω < μεσαιωνική ελληνική απολυτρώνω < (ελληνιστική κοινή) / ἀπολυτρῶ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | απολυτρώνω | απολυτρώνεις | απολυτρώνει | απολυτρώνουμε | απολυτρώνετε | απολυτρώνουν / απολυτρώνουνε |
| Παρατατικός | απολύτρωνα | απολύτρωνες | απολύτρωνε | απολυτρώναμε | απολυτρώνατε | απολυτρώναν / απολυτρώνανε / απολύτρωναν |
| Αόριστος | απολύτρωσα | απολύτρωσες | απολύτρωσε | απολυτρώσαμε | απολυτρώσατε | απολυτρώσαν / απολυτρώσανε / απολύτρωσαν |
| Μέλλοντας | θα απολυτρώνω / θα απολυτρώσω | θα απολυτρώνεις / θα απολυτρώσεις | θα απολυτρώνει / θα απολυτρώσει | θα απολυτρώνουμε / θα απολυτρώσουμε | θα απολυτρώνετε / θα απολυτρώσετε | θα απολυτρώνουν / θα απολυτρώνουνε / θα απολυτρώσουν / θα απολυτρώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω απολυτρώσει | έχεις απολυτρώσει | έχει απολυτρώσει | έχουμε απολυτρώσει | έχετε απολυτρώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα απολυτρώσει | είχες απολυτρώσει | είχε απολυτρώσει | είχαμε απολυτρώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω απολυτρώσει / να απολυτρώνω / να απολυτρώσω | να έχεις απολυτρώσει / να απολυτρώνεις / να απολυτρώσεις | να έχει απολυτρώσει / να απολυτρώνει / να απολυτρώσει | να έχουμε απολυτρώσει / να απολυτρώνουμε / να απολυτρώσουμε | να έχετε απολυτρώσει / να απολυτρώνετε / να απολυτρώσετε | να απολυτρώνουν / να απολυτρώνουνε / να απολυτρώσουν / να απολυτρώσουνε |
| Προστακτική | — | απολύτρωνε / απολύτρωσε | — | — | απολυτρώνετε / απολυτρώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →