λυτρώνω
•
- λύω, ελευθερώνω κάποιον, αφού πάρω λύτρα (λεφτά) σαν αντάλλαγμα Βικιλεξικό
- μεταφορικάαπαλλάσσω κάποιον από κάποιο κακό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
λυτρώνω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική λυτρώνω < αρχαία ελληνική λυτρόω / λυτρῶ
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | λυτρώνω | λυτρώνεις | λυτρώνει | λυτρώνουμε | λυτρώνετε | λυτρώνουν / λυτρώνουνε |
| Παρατατικός | λύτρωνα | λύτρωνες | λύτρωνε | λυτρώναμε | λυτρώνατε | λυτρώναν / λυτρώνανε / λύτρωναν |
| Αόριστος | λύτρωσα | λύτρωσες | λύτρωσε | λυτρώσαμε | λυτρώσατε | λυτρώσαν / λυτρώσανε / λύτρωσαν |
| Μέλλοντας | θα λυτρώνω / θα λυτρώσω | θα λυτρώνεις / θα λυτρώσεις | θα λυτρώνει / θα λυτρώσει | θα λυτρώνουμε / θα λυτρώσουμε | θα λυτρώνετε / θα λυτρώσετε | θα λυτρώνουν / θα λυτρώνουνε / θα λυτρώσουν / θα λυτρώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω λυτρώσει | έχεις λυτρώσει | έχει λυτρώσει | έχουμε λυτρώσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα λυτρώσει | είχες λυτρώσει | είχε λυτρώσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω λυτρώσει / να λυτρώνω / να λυτρώσω | να έχεις λυτρώσει / να λυτρώνεις / να λυτρώσεις | να έχει λυτρώσει / να λυτρώνει / να λυτρώσει | να έχουμε λυτρώσει / να λυτρώνουμε / να λυτρώσουμε | να λυτρώνετε / να λυτρώσετε | να λυτρώνουν / να λυτρώνουνε / να λυτρώσουν / να λυτρώσουνε |
| Προστακτική | — | λύτρωνε / λύτρωσε | — | — | λυτρώνετε / λυτρώστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
λυτρώθηκαλυτρώνομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →